Η ιστορία της λέξης «συνέπεια»

- in ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Συνέπεια είναι λέξη σύνθετη, από τις συν + έπος.
Έπος είναι ο λόγος, από το λέγω.
Παράγεται από θέμα Fεπ του λέγω, αόρ. είπον ε-FεF-πον, έειπον, είπον.
Έπος είναι η ομιλία που γίνεται με λέξεις – οχήματα εννοιών: Η λογική στο ομηρικό έπος έχει τις παρακάτω σημασίες:
Λόγος, λέξη.
Λόγος τιμής: η υπόσχεση, το «διαρκέσαι ἔπος»
Συμβουλή, γνώμη
Χρησμός
Άσμα αοιδού «επέα»
Επιθυμία, προσταγή
Λόγος, σε αντιδιαστολή προς το έργο
Το δέον γενέσθαι «Ἔργο τε ἔπος τε»
Περιεχόμενο του λόγου, η είδηση
Πράγμα «ρηίδιον ἔπος»… εύκολο πράγμα
Στην ουσία είναι ο λόγος που είμαστε εμείς, αν δηλαδή είμαστε οι λέξεις μας και η λογική μας με τις συνακόλουθες πράξεις μας.
Έπος είναι ο λόγος
Από τη φράση «του λόγου μου», λόγου χάρη, «του λόγου σου», «του λόγου του».
Με το ε, από την επίδραση του εγώ, εσύ, εκείνος φθάνουμε στο ε-λόγου μου, ε-λόγου σου, ε-λόγου του, που σημαίνει εγώ/εσύ/αυτός (και στον πληθυντικό ελόγου μας, ελόγου σας, ελόγου τους).
Ακόμα λόγος είναι αιτία.
Λόγω, εξαιτίας «λόγω θαλασσοταραχής», σκοπός, «ο λόγος», «για ποιο λόγο;» η αναλογία, στα μαθηματικά, η λογοδοσία, η δικαιολογία, το κήρυγμα, «ο λόγος», «λόγο θα μας βγάλει», η διάδοση, «λόγια».
Είναι μια λέξη που υπεισέρχεται και στους λεπτότερους μηχανισμούς της ανθρώπινης συναλλαγής.
Έπος λοιπόν: Fεπος: ο λόγος από το θέμα Fεπ, του ρήματος λέγω.
Από της συν + έπος παράγονται:
Ο πιστός στα λόγου του ή στις ιδέες του, ακόμα ο λογικά σύμφωνος.
Συνέπεια: η ιδιότητα του συνεπούς· η αλληλουχία στα νοήματα· λέμε κατά συνέπεια, δηλαδή επομένως.
Α-συνεπής: είναι ο χωρίς λογική· ο ανακόλουθος.
Α-συνέπεια: είναι η ασυμφωνία· η δυσαρμονία μεταξύ λόγων και έργων, η ανακολουθία.

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η συνέπεια οι συνέπειες
      γενική της συνέπειας των συνεπειών
    αιτιατική τη συνέπεια τις συνέπειες
     κλητική   συνέπεια   συνέπειες
Κατηγορία όπως «θάλασσα» – Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]

συνέπεια < (ελληνιστική κοινήσυνέπεια < σύν + αρχαία ελληνική ἔπος < ϝέπος ‎< πρωτοελληνική *wékʷos < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *wékʷos < *wekʷ– ‎(μιλώ) (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική conséquence)

Προφορά

[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /siˈne.pi.a/

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

συνέπεια θηλυκό

  1. η ιδιότητα ή η συμπεριφορά του συνεπούς
    ≠ αντώνυμα: ασυνέπεια
  2. το αποτέλεσμα
    η δικαστική εξουσία είναι υπεύθυνη για τον έλεγχο της συνέπειας στη διαδικασία εφαρμογής των νόμων και την απονομή της δικαιοσύνης
    ≈ συνώνυμα: επακόλουθο

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Διαβάστε Επίσης

Τουρκία: Τουριστικό σκάφος με 110 επιβάτες πήρε φωτιά και βυθίστηκε…

Στιγμές πανικού επικράτησαν στη θάλασσα του Μαρμαρά στην