Βρετανοί αξιωματούχοι κατηγορούνται ότι πλουτίζουν, εκμεταλλευόμενοι τον πόλεμο της Λιβύης

- in MEDIA

Το άρθρο της «The Daily Maverick» υποστηρίζει ότι η στρατηγική του πρώην πρωθυπουργού της Βρετανίας, Ντέιβιντ Κάμερον, στη Λιβύη το 2011 αποσκοπούσε στον έλεγχο του πετρελαίου της Λιβύης, με αντάλλαγμα την υποστήριξη των αντιπάλων του συνταγματάρχη Καντάφι.

Το ζήτημα ήρθε στο προσκήνιο, αφού η σημερινή βρετανική κυβέρνηση ενέκρινε να αναλάβει ο πρώην Βρετανός υπουργός Εξωτερικών, Άλαν Ντάνκαν, ρόλο στη Vitol, μία από τις κορυφαίες εταιρείες εμπορίας πετρελαίου, στον κόσμο.

Οι γνωρίζοντες λένε ότι υπάρχει προφανής σύγκρουση συμφερόντων δεδομένου ότι ο Ντάνκαν είχε διασυνδέσεις με τη Vitol και τούς βοήθησε να συνάψουν συμφωνία στη Λιβύη, κατά τη διάρκεια της εξέγερσης του 2011.

Το άρθρο αναφέρει επίσης ότι ο Άλαν Ντάνκαν είπε ότι ο Κάμερον υποστήριξε σθεναρά την ανατροπή του Μουαμάρ Καντάφι, καθώς και τις προσπάθειες των αντιπάλων του να εξάγουν λιβυκό πετρέλαιο.

Ο Ντάνκαν υποστηρίζει ότι στόχος ήταν να «σταματήσει τους “κακούς” (σ.σ. κανταφικούς) να πωλούν πετρέλαιο και να διευκολύνουν την αντιπολίτευση να το κάνει».

Ο Ίαν Τέιλορ, διευθύνων σύμβουλος της Vitol, πέταξε στη Βεγγάζη, για να επιτύχει πετρελαϊκή συμφωνία με δυνάμεις, που πολεμούσαν το καθεστώς του Καντάφι, παρέχοντάς τους ως αντάλλαγμα καύσιμα και δυνατότητα εξαγωγών αργού πετρελαίου.

Ο ρόλος του Κατάρ

Η συμφωνία λέγεται ότι ξεκίνησε από τον υπουργό πετρελαίου του Κατάρ, «ο οποίος έδωσε όπλα εκατοντάδων εκατομμυρίων δολαρίων στις δυνάμεις της αντιπολίτευσης της Λιβύης, με την ευλογία της κυβέρνησης του Ντέιβιντ Κάμερον».

Σύμφωνα με τη «Daily Maverick», η επιχείρηση «εγκρίθηκε σιωπηλά» από τις δυτικές κυβερνήσεις και ο Ίαν Τέιλορ πέταξε στη Λιβύη, με ιδιωτικό αεροπλάνο.

Η συμφωνία που επιτεύχθηκε από τον Ντάνκαν είναι ύψους 1 δισεκατομμυρίου δολαρίων ΗΠΑ.

Ο Άλαν Ντάνκαν ισχυρίστηκε ότι δεν έχει καμμία σχέση με την επίσκεψη του Τέιλορ της Vitol στη Λιβύη και ότι ούτε αυτός – ούτε ο Κάμερον είχαν εμπλοκή με τις εμπορικές συναλλαγές της Vitol.

Το άρθρο παραθέτει δήλωση του Άντριου Φαϊνστάιν, ιδρυτή του Παρατηρητηρίου Διαφθοράς Ηνωμένου Βασιλείου (Corruption Watch UK), ο οποίος είπε:

«Είναι πολύ ανησυχητικό το γεγονός ότι η βρετανική κυβέρνηση δεν φαίνεται να διερευνά πλήρως τις σχέσεις των δημοσίων αξιωματούχων, με ιδιωτικές εταιρείες». Τονίζεται επίσης η περίπτωση του πρώην Βρετανού πρεσβευτή στη Λιβύη (2015-2018), Πίτερ Μίλετ, ο οποίος φαίνεται να χρησιμοποιεί τις επαφές που απέκτησε στη Λιβύη κατά τη διάρκεια της διπλωματικής θητείας του, για ιδιωτικά εμπορικά κέρδη.

Από τότε που άφησε τη θέση του, ο Μίλετ παρέχει συμβουλευτικές υπηρεσίες στην Κεντρική Τράπεζα της Λιβύης (CBL), στην National Oil Corporation (NOC) και στη Λιβυκή Αρχή Επενδύσεων (LIA) και κάνει πολιτικές παρατηρήσεις στα κοινωνικά μέσα, που ευνοούν τις οντότητες, που παρέχει υπηρεσίες, σε κατάφωρη παραβίαση του πρωτοκόλλου και της οικονομικής διαφάνειας. Ο Μίλετ συνεργάστηκε με τον αφεντικό της NOC Μουσταφά Σανάλα για περισσότερο από ένα χρόνο, από τότε που άρχισε να διαβουλεύεται και να μεσολαβεί για την ανανέωση όλων των συμβάσεων της NOC με την BP και τη Glencore. Βοήθησε επίσης τη LIA στην αποδέσμευση περιουσιακών της στοιχείων, που έχουν παγώσει εκτός της χώρας.

Δεν έχει υπάρξει επίσημη δήλωση από τον Μίλετ σχετικά με την πιθανή σύγκρουση συμφερόντων του ρόλου του ως πρώην διπλωμάτη και της συμβουλευτικής του εργασίας αμέσως, μετά την αποχώρησή του.

Διαβάστε Επίσης

Συρία: Τούρκοι στρατιώτες σκότωσαν 4 μέλη οικογένειας, εκ των οποίων 3 παιδιά…

Τέσσερα μέλη της ίδιας οικογένειας σκοτώθηκαν σήμερα σε