Απρίλιος 20, 2021
ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ

Το παρασκήνιο των διερευνητικών – Ο Ερντογάν και ο μεγαλοϊδεατισμός αυτού…

- in ΓΝΩΜΕΣ-ΑΠΟΨΕΙΣ
Φυσικά και κανείς δεν περίμενε απτά αποτελέσματα από τις συναντήσεις των Αθηνών ή ότι θα επιλύονταν -ως δια μαγείας- οι ελληνοτουρκικές διαφορές κατά τον 62ο γύρο των διερευνητικών επαφών, που διεξήχθη μετά από ένα εξάμηνο πρωτοφανούς έντασης και προκλήσεων, από την πλευρά της Τουρκίας. Άλλος ένας γύρος διερευνητικών επαφών ανάμεσα σε Ελλάδα και Τουρκία, διεξήχθη την περασμένη Τρίτη σε κεντρικό ξενοδοχείο της Αθήνας. Ήταν ο 62ος γύρος και έπεται συνέχεια.

Η τελευταία συνάντηση, σύμφωνα με δήλωση της ελληνικής πλευράς, διενεργήθη σε καλό κλίμα, ενώ, σύμφωνα με διπλωματικές πηγές, συμφωνήθηκε ο 63ος γύρος να πραγματοποιηθεί στην Κωνσταντινούπολη, χωρίς να προσδιορισθεί η χρονική στιγμή. Παράλληλα, διεξήχθησαν στην Αθήνα και οι πολιτικές διαβουλεύσεις των δύο πλευρών με την Ελλάδα να εκπροσωπείται από τον ΓΓ του ΥΠΕΞ, Θεμιστοκλή Δεμίρη και την Τουρκία από τον υφυπουργό Εξωτερικών, Σεντάτ Ονάλ.

Φυσικά και κανείς δεν περίμενε απτά αποτελέσματα από τις συναντήσεις των Αθηνών ή ότι θα επιλύονταν -ως δια μαγείας- οι ελληνοτουρκικές διαφορές κατά τον 62ο γύρο των διερευνητικών επαφών, που διεξήχθη μετά από ένα εξάμηνο πρωτοφανούς έντασης και προκλήσεων από την πλευρά της Τουρκίας.

Ήταν αναμενόμενο ότι μετά τις Προεδρικές εκλογές στις ΗΠΑ και την αλλαγή διοίκησης στο Λευκό Οίκο το καθεστώς Ερτογάν θα επιχειρούσε στροφή 180ο στην εξωτερική πολιτική της Τουρκίας, η οποία την τελευταία δεκαετία, για να προωθήσει το Δόγμα της «Νεο-οθωμανικής Αυτοκρατορίας», διέρρηξε φιλίες και σχέσεις, με την πλειοψηφία των χωρών της Μέσης Ανατολής, του Αραβικού κόσμου, αλλά και της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Το καθεστώς Ερντογάν ακολούθησε τη λογικής της «πολύτιμης μοναξιάς», όπως τήν είχε χαρακτηρίσει το 2013 ο  Ιμπραήμ Καλίν, ως επικεφαλής σύμβουλος εξωτερικής πολιτικής του τότε Πρωθυπουργού Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν και νυν Porte-parole του Τούρκου Προέδρου.

Στην αυγή του 2021, και ενώ τα ηνία της αμερικανικής διοίκησης πέρασαν στα χέρια του Τζο Μπάιντεν, η Τουρκία καλείται άρδην να εγκαταλείψει τα οράματα μεγαλοϊδεατισμού, που εξέφραζε, προκαλώντας εστίες έντασης στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής , του Αραβικού Κόλπου , της Βορείου Αφρικής , της Ανατολικής Μεσογείου, της Μαύρης Θάλασσας και της Ε.Ε.

Από την πλευρά της Τουρκίας η επανέναρξη διερευνητικών επαφών με την Ελλάδα σαφώς και εντάσσεται στο παζάρι του Άγκυρας με την Ε.Ε, καθώς το καθεστώς Ερντογάν βρίσκεται μπροστά σε δύσκολες ισορροπίες, ενόψει της Συνόδου Κορυφής.

Σε αυτό το παζάρι, με την Ε.Ε. η Τουρκία, προσέρχεται με «όπλο» το μεταναστευτικό και την απόσυρση των ερευνητικών σκαφών από την ελληνική και κυπριακή υφαλοκρηπίδα. Στόχος της Τουρκίας να αποσπάσει σημαντικά ανταλλάγματα, που δεν περιορίζονται μόνο σε οικονομική βοήθεια, αλλά και στην αποδοχή της ειδικής προνομιακής σχέσης που θέλει να επιβάλει στις ευρωτουρκικές σχέσεις. Επιδιώκει πάνω απ όλα την κατάργηση της «βίζας».

Η Τουρκία έχει λάβει σχετικές υποσχέσεις κυρίως από τη Γερμανία και προσωπικά από την Άνγκελα Μέρκελ, καθώς και από την Ιταλία και την Ισπανία, όπως και από τον Ύπατο εκπρόσωπο Ζ. Μπορέλ.

Δεν είναι τυχαίο ότι εν όψει του 62oυ γύρου της Αθήνας έγινε ευρωπαϊκή …απόβαση  στην Κωνσταντινούπολη όπου ο Ιμπραήμ Καλίν παρουσία και του υφυπουργού Εξωτερικών Φαρούκ Καϊμακτσί συναντήθηκαν με την επικεφαλής του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της ΕΕ, Μαριεμ βαν ντε Χέβελ, τον επικεφαλής σύμβουλο εξωτερικής πολιτικής της Γερμανίδας Καγκελάριου, Γιάν Χέκερ, τον επικεφαλής σύμβουλο εξωτερικής πολιτικής του Γάλλου Προέδρου, Εμανουελ Μπονέ και τον πρέσβη της ΕΕ, στην Άγκυρα.

Στη συνάντηση αυτή, ετέθη και το θέμα συνάντησης του προέδρου Ερντογάν με τους ευρωπαίους ηγέτες, πριν από την Σύνοδο Κορυφής. Κίνηση άκρως συμβολική για επαναφορά του Ερντογάν στα ευρωπαϊκά σαλόνια, που πριν μερικά χρόνια απειλούσε ότι θα τά κάψει, αποστέλλονταν εκατομμύρια μετανάστες. Τό επεχείρησε άλλωστε πριν ένα χρόνο, αλλά σκόνταψε στους βάλτους του Έβρου.

Εάν η Άγκυρα επιτύχει συνάντηση του Ερντογάν με τους ευρωπαίους ηγέτες πριν την Σύνοδο Κορυφής, όπου θα συζητηθούν οι ευρωτουρκικές σχέσεις θα αποτελεί μια διπλωματική νίκη του Τούρκου Προέδρου, καθώς θα απομακρύνει το ενδεχόμενο επιβολής κυρώσεων στην Τουρκία, σύμφωνα με την απόφαση του περασμένου Δεκεμβρίου.

Είναι σαφές ότι και από την πλευρά των Βρυξελλών αναζητείται μια λεπτή ισορροπία, στην Σύνοδο Κορυφής. Η «εξίσωση» αυτή βρέθηκε στο επίκεντρο της τηλεδιάσκεψης, που έγινε με πρόσκληση του Σαρλ Μισέλ και την συμμετοχή του πρωθυπουργού Κ. Μητσοτάκη και του πρόεδρου της Κύπρου Ν. Αναστασιάδη, των κ.κ. Μέρκελ και Ντράγκι, Στάντσεζ και Κόστα.

Από τη σύσκεψη αυτή, η Ελλάδα και η Κύπρος διαπίστωσαν ότι πλέον θέμα ουσιαστικών κυρώσεων δεν τίθεται από την Ε.Ε. Άλλωστε αρκετές φορές ο Έλληνας πρωθυπουργός έχει δηλώσει το τελευταίο διάστημα  ότι «οι κυρώσεις δεν είναι αυτοσκοπός» και ότι ο φόβος των κυρώσεων πολλές φορές αρκεί, για να φέρει αποτελέσματα.

Ωστόσο ουδείς μπορεί να αυταπατάται. Ούτε οι Βρυξέλλες με την Άγκυρα, ούτε το Βερολίνο με τη Ρώμη και τη Μαδρίτη, ούτε η Αθήνα με τη Λευκωσία. Η πρόσκαιρη ηρεμία στην Ανατολική Μεσόγειο, η επανάληψη των διερευνητικών λίγες ημέρες πριν την Σύνοδο Κορυφής και η προοπτική της Πενταμερούς για το Κυπριακό στο τέλος Απριλίου, από μόνες τους δεν αρκούν, προκειμένου, να δώσει η ελληνοκυπριακή πλευρά το “πράσινο φως” στα αίτημα και τις αξιώσεις της Τουρκίας. Ούτε οι διερευνητικές επαφές δείχνουν ότι μπορεί να οδηγήσουν σε εκτόνωση ή πολύ περισσότερο σε εξομάλυνση των σχέσεων με την Ελλάδα. Το μόνο που μπορεί πρακτικά να αποφασισθεί είναι η απελευθέρωση προσθετών κονδυλίων από την Ευρώπη, για τη φιλοξενία προσφύγων και μεταναστών από την Τουρκία.

Η Αθήνα είναι ιδιαίτερα επιφυλακτική στις κινήσεις εντυπωσιασμού, που επιχειρεί τις τελευταίες εβδομάδες η Άγκυρα και ο Τ. Ερντογάν, προκειμένου να εξαφανίσει την προοπτική των κυρώσεων από την ευρωπαϊκή ατζέντα.

Το περασμένο Σάββατο, το Τουρκικό ΥΠΕΞ εξέδωσε ανακοίνωση που κατηγορεί την Ελλάδα ότι υποθάλπτει τρομοκράτες, επειδή προβλήθηκε σε ιδιωτικό τηλεοπτικό σταθμό συνέντευξη του Φ.Γκιουλέν και επειδή δεν ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της Τουρκίας για έκδοση φυγάδων, οπαδών του Γκιουλέν και κατάσχεση των περιουσιακών τους στοιχείων.

Επίσης ο Τ. Ερντογάν εξέφρασε την ενόχλησή του, για τις κοινές ασκήσεις Ελλάδας – Σ. Αραβίας, που ξεκινούν στις 16 Μαρτίου, ενώ υπάρχει επιμονή στο θέμα της αποστρατικοποίησης των νησιών, όπου την περασμένη εβδομάδα το τουρκικό Υπουργείο Άμυνας έσπευσε να καταγγείλει την παρουσία σκαφών του Ελληνικού Στόλου, στο Καστελόριζο.

Η Άγκυρα δεν μπορεί να χωνέψει ότι η Ελλάδα όλα αυτά τα χρόνια έσπευσε και κάλυψε τα κενά, που δημιουργούσε η δίκη της αλλοπρόσαλλη εξωτερική πολιτική, διαλύοντας τις σχέσεις της με χώρες που η Τουρκία διατηρούσε παραδοσιακή φιλιά, όπως την Αίγυπτο, τη Σαουδική Αραβία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, το Ισραήλ.

Τώρα το καθεστώς Ερντογάν σπεύδει κάθιδρο να βάλει ένα τέλος στην «πολύτιμη μοναξιά» της Τουρκίας. 

Η θεωρία της «πολύτιμης μοναξιάς»

  • Το 2013, ο Ιμπραήμ Καλίν, εισήγαγε τον όρο «πολύτιμη μοναξιά» στις διεθνείς σχέσεις, σε μια προσπάθεια να δικαιολογήσει τη στάση της Άγκυρας στη Συρία, η οποία και επικρίθηκε εκείνη την εποχή.

Σ´ ένα tweet, ο Ι. Καλίν έγραφε: «Ο ισχυρισμός ότι η Τουρκία απομονώνεται στη Μέση Ανατολή ήταν αναληθείς, αλλά και αν αυτό συμβεί στο μέλλον, τότε θα πρέπει να πω ότι αυτή είναι μια “πολύτιμη μοναξιά”». 

Όταν ο Καλίν ανέφερε για πρώτη φορά τον όρο «πολύτιμη μοναξιά» , ξέσπασε μια σοβαρή διπλωματική διαμάχη μεταξύ Άγκυρας και Καΐρου. 

Η Τουρκία, είχε ήδη τεταμένες σχέσεις με τη Συρία και το Ισραήλ, ενώ είχαν εμφανιστεί τα πρώτα σύννεφα στις σχέσεις της Άγκυρας, με τα βασικότερα κράτη του Αραβικού Κόλπου

Από το 2013, όσες αμοιβαίες προσπάθειες και εάν έγιναν για την αποκατάσταση των σχέσεων της Τουρκίας με την Αίγυπτο, το Ισραήλ και τα κράτη του Κόλπου δεν απέδωσαν σοβαρούς καρπούς.

Ωστόσο, με την εγκατάσταση της νέας αμερικανικής διοίκησης, αλλά και τις μεταβολές σε διεθνές και περιφερειακό επίπεδο, υπάρχουν κάποιες ενδείξεις ότι αυτές οι προβληματικές σχέσεις ενδέχεται να αποκατασταθούν.

Ο Καλίν δήλωσε πρόσφατα ότι η Άγκυρα επιδιώκει την αναθέρμανση των σχέσεων με τον Αραβικό κόσμο και είναι πρόθυμη να βελτιώσει τους δεσμούς της με το Κάιρο. Σε συνέντευξή του στο Bloomberg, ο Καλίν είπε: «Ένα νέο κεφάλαιο μπορεί να ανοίξει στη σχέση μας με την Αίγυπτο, καθώς και με άλλες χώρες του Κόλπου, για να βοηθήσουμε την περιφερειακή ειρήνη και σταθερότητα». Μάλιστα, ανέφερε ότι η Τουρκία θεωρεί την Αίγυπτο «τον εγκέφαλο του αραβικού κόσμου, την καρδιά του αραβικού κόσμου».

Σχολιάζοντας τις δηλώσεις Καλίν

  • Ο πρώην υπουργός Εξωτερικών Yasar Yakis, ιδρυτικό μέλος του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (AKP) του Ερντογάν, δήλωσε ότι: «Η Τουρκία δημιούργησε προβλήματα στις σχέσεις με την Αίγυπτο, ενώ δεν υπήρχαν βασικές αντιθέσεις σε καίρια θέματα. Επίσης η Τουρκία, δημιούργησε ζητήματα με το Ισραήλ λόγω της υποστήριξής της προς τη Χαμάς. Επι της ουσίας, δεν υπάρχουν διαφορές με βαθιές ρίζες ούτε με την Αίγυπτο – ούτε το Ισραήλ». 
  • Ωστόσο, ο διακεκριμένος συντηρητικός αρθρογράφος Fehmi Koru επικρίνει την απότομη στροφή στην τουρκική εξωτερική πολιτική, που επιχειρεί η κυβέρνηση δια των δηλώσεων Καλίν: «Ακόμα κι αν η βούληση της Τουρκίας είναι η αποκατάσταση των σχέσεων με την Αίγυπτο, το Ισραήλ και τον Αραβικό κόσμο, ωστόσο, απαιτείται αμοιβαία βούληση και από τις άλλες Χώρες για την αποκατάσταση των σχέσεων».
  • Ο πρώην πρεσβευτής και νυν νομοθέτης Unal Cevikoz έγραψε στο Twitter ότι η εξέταση των σχέσεων της Τουρκίας με την Αίγυπτο καθαρά από τη σκοπιά της θαλάσσιας δικαιοδοσίας θα ήταν μια μυωπική προσέγγιση εξωτερικής πολιτικής. «Ο σεβασμός στον αιγυπτιακό λαό – πρόσθεσε – μπορεί να επιτευχθεί μέσω μιας ολιστικής εξωτερικής πολιτικής».

Εν τω μεταξύ, αρκετοί φιλοκυβερνητικοί δημοσιογράφοι και ακαδημαϊκοί στην Τουρκία που κατά το παρελθόν είχαν επικρίνει σκληρά την Αίγυπτο, έχουν ήδη αρχίσει να ζητούν την άμεση εξομάλυνση των τουρκο-αιγυπτιακών σχέσεων.

Οι πρόσφατες επιθέσεις “φιλίας” της Τουρκίας προς την Αίγυπτο και το Ισραήλ αποτελούν βάσιμη ένδειξη ότι η εξωτερική πολιτική της Τουρκίας βρίσκεται σε τροχιά εγκατάλειψης του όρου «πολύτιμη μοναξιά» και αναζήτησης ενός νέου δρόμου μέσω των σκονισμένων σελίδων των βιβλίων ιστορίας. Οι πρόσφατες εξελίξεις αποδεικνύουν την αλλαγή, στην εξωτερική πολιτική της Τουρκίας.

– Την περασμένη Τρίτη, ο Ισραηλινός υπουργός Ενέργειας Yuval Steinitz δήλωσε ότι το Τελ Αβίβ είναι έτοιμο να συνεργαστεί με την Τουρκία, για το φυσικό αέρι,ο στην ανατολική Μεσόγειο. Εξέφρασε επίσης την ελπίδα ότι η Άγκυρα θα μπορούσε να συμμετάσχει στο Φόρουμ της Ανατολικής Μεσογείου, για το φυσικό αέριο.

Η Τουρκία δεν έχει ακόμη ανταποκριθεί σε αυτή τη δήλωση, όπως και η Αίγυπτος δεν απάντησε στο πρόσφατο μήνυμα της Τουρκίας.  Έτσι, αυτά τα θετικά μηνύματα αποστέλλονται από τις διάφορες πρωτεύουσες και μέσα στο επόμενο διάστημα θα διαφανεί, εάν και πώς θα μετατραπούν σε συγκεκριμένες ενέργειες.

– Ο Γενικός Γραμματέας του ΝΑΤΟ Jens Stoltenberg δήλωσε ότι η Τουρκία είναι ένας «πολύ σημαντικός σύμμαχος» προσθέτοντας ότι : «Αν κοιτάξετε μόνο το χάρτη, μπορείτε να καταλάβετε τη γεωστρατηγική σημασία της Τουρκίας».  Σε ερώτηση σχετικά με την αγορά του ρωσικού πυραυλικού συστηματος S-400, ο Στόλτενμπεργκ είπε: «Οι διαφορές μεταξύ των συμμάχων του ΝΑΤΟ δεν είναι κάτι νέο και η συμμαχία είναι μια καλή πλατφόρμα, για να συζητήσουμε αυτές τις διαφορές και τα προβλήματα και να βρούμε λύσεις σε αυτά». 

Οι προβληματικές περιφερειακές σχέσεις της Άγκυρας ενδέχεται σύντομα να αποκατασταθούν.

  • Την περασμένη Τετάρτη, ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών Μεβλούτ Κάβουσογλου και ο Ρώσος ομόλογός του Σεργκέι Λαβρόφ συναντήθηκαν στην Ντόχα, ενώ ο Ερντογάν και ο Ρώσος Βλαντιμίρ Πούτιν ξεκίνησαν ουσιαστικά την κατασκευή του τρίτου αντιδραστήρα στον πυρηνικό σταθμό Akkuyu, δεσμεύοντας να ενισχύσουν περαιτέρω τη συνεργασία τους.

Αναδρομικά, δεν είναι η πρώτη φορά στην εποχή του Ερντογάν που η Τουρκία βρέθηκε σε αντίθεση με την Ευρώπη, τις ΗΠΑ και τη Ρωσία, ενώ ταυτόχρονα δεν τούς άρεσε και η πλειοψηφία των γειτόνων της, προτού προβεί σε πράξεις αποκατάστασης δεσμών. Μπορεί το 2013 ο Καλίν να είπε ότι η εξωτερική πολιτική της Τουρκίας να βασίστηκε σε «αξίες και αρχές» και όχι σε καθημερινές ανάγκες, ωστόσο η διπλωματία απαιτεί ρεαλισμό και προσαρμογή στην πολιτική συγκυρία. Εάν υπάρχουν αμοιβαία συμφέροντα μεταξύ κρατών, η συμφιλίωση είναι πάντα δυνατή.

Του Δήμου Βερύκιου

Διαβάστε Επίσης

Γιατί είμαστε χαιρέκακοι; (TIFFANY WATT SMITH)

Όταν ο αδελφός μου πήγε τα παιδιά του