Μού λείπεις, μπαμπά. Μού λείπεις πολύ – (ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΞΕΝΑΚΗΣ)

- in EDITORIAL, ΓΝΩΜΕΣ-ΑΠΟΨΕΙΣ

ΜΟΥ ΛΕΙΠΕΙΣ, ΜΠΑΜΠΑ. ΜΟΥ ΛΕΙΠΕΙΣ ΠΟΛΥ. (ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΞΕΝΑΚΗΣ)

ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΑΝΘΡΩΠΟΣ, που να μην αγαπούσε τον μπαμπά. «Άγιος άνθρωπος ο καπτα-Σιδερής», θα σού έλεγαν όλοι.

Ο μπαμπάς έζησε τη ζωή, που όλοι ονειρευόμαστε.
89 όρθια γεμάτα χρόνια, τα 64 απ’ αυτά εργαζόταν στην ίδια ναυτιλιακή, την οποία λάτρευε. Ξεκίνησε τζόβενο και έφτασε αρχικαπετάνιος. Σταμάτησε να δουλεύει μόλις προ πενταετίας. Έκτοτε δεν τού έφταναν οι ώρες. Ξεκινούσε τη μέρα του με γυμναστική, μετά κατέβαινε στο αγαπημένο του μποστάνι, όπου, από το 1975 που ξεμπάρκαρε, καλλιεργούσε τα πάντα. Το μεσημέρι πήγαινε για καφέ με τα φιλαράκια του, για να πουν τα δικά τους. Το απόγευμα ξανακατέβαινε στις ντομάτες και τα αγγούρια του και μετά περνούσε την υπόλοιπη μέρα του, με την αγαπημένη του σύζυγο και μητέρα μου. Dear την έλεγε από το 1963, που ήταν παντρεμένοι. Εκείνη τόν έλεγε χαϊδευτικά Νταίρη. Συχνά, περνούσα είτε με τις κόρες μου – είτε μόνος να τούς δω. Ο μπαμπάς παρατούσε με τη μία το μποστάνι κι ανέβαινε πάνω να ρουφήξει τα νέα μου.
Χθες ήταν ξεκάθαρο ότι θα μάς τήν έκανες. Ήρθαμε με τη μαμά στην Εντατική να σε χαιρετίσουμε. Σε είχαμε δέκα λεπτά αγκαλιά και σού λέγαμε πόσο σε αγαπάμε, πόσο περήφανους μας κάνεις, πόσο εξαιρετικός μπαμπάς, παππούς, σύζυγος, καπετάνιος, πατριώτης, αγρότης κι άνθρωπος είσαι. Μπαγάσα, παρότι σε είχαν σε καταστολή, είχες ανοίξει το αριστερό σου μάτι και μάς έβλεπες με τον δικό σου μοναδικό τρόπο. Η χαρά σου δεν κρυβόταν. Σαν να μάς έλεγες τα δικά σου «Ευχαριστώ». Σε αγκαλιάσαμε και σε αποχαιρετίσαμε. Είκοσι λεπτά μετά την έκανες.
Εσύ μας έκανες δώρο 89 χρόνια γεμάτης και περήφανης ζωής. Το δικό μας δώρο κράτησε λιγότερο, δέκα λεπτά, δέκα ανεπανάληπτα όμως λεπτά. Δέκα λεπτά που ίσως και να άξιζε κανείς να περιμένει μια ολόκληρη ζωή να τά ζήσει. Σε αγαπάμε, μπαμπάκα. Θα μάς λείψεις πολύ.

16 ΗΜΕΡΕΣ ΜΕΤΑ
Μια εβδομάδα. Μια μέρα. Μια ώρα.
Η ΠΡΩΤΗ ΕΙΝΑΙ ΦΙΛΗ. Όχι κολλητή. Δεν μιλάμε συχνά. Όποτε μιλάμε, όμως, μιλάνε οι καρδιές. Χωρίς πρόλογο. Κατευθείαν στο κυρίως θέμα. Χθες ήθελε να μέ ρωτήσει κάτι. Μέ πήρε τηλέφωνο και τά λέγαμε. Μέ συλλυπήθηκε. Τήν ευχαρίστησα. Έχει τον μπαμπά της λίγο πιο μικρό από σένα. Μού γκρίνιαξε, που χώνονται στα πόδια της εκείνος κι η μαμά της. Πηγαίνουν και βρίσκουν τη φίλη μου και την οικογένειά της δυο φορές τον χρόνο, εκεί που μένουν και περνάνε λίγες μέρες μαζί.,
«Καμιά φορά τούς πιάνουν οι γεροντοπαραξενιές τους», μού κάνει η φίλη μου, απογοητευμένη κι ολίγον ξινισμένη. Εκεί τήν έκοψα: «Τον μπαμπά, τη μαμά σου και τα μάτια σου», της είπα κοφτά, αλλά και τρυφερά. «Εγώ θα ‘δινα τον κόσμο ολόκληρο να είχα τον μπαμπά μου, άλλη μια βδομάδα».
Στο τέλος, έσπασα. Δεν μπόρεσα να συνεχίσω.
Η δεύτερη είναι κολλητή. Από πάντα τής έλεγα (ο μπαμπάς της είναι μεγάλος) να τόν παίρνει αγκαλιά, να τού κάνει γλύκες, να τού λέει πόσο τόν αγαπάει, να μοιράζεται μαζί του τις ευγνωμοσύνες και τα ευχαριστώ της, για όλα αυτά που τού «χρωστάει».
«Δεν είναι ο μπαμπάς μου για τέτοια», μού έλεγε πάντα. «Δεν τά γουστάρει αυτά».
«Βρε, κάν’ του τα, δεν υπάρχει μπαμπάς που να μην τού αρέσουν».
Δεν τού τα ‘κανε.
Ο μπαμπάς της αρρώστησε σταδιακά και τώρα πια δεν επικοινωνεί καλά.
«Πόσο δίκιο είχες, ρε Στέφανε», μού κάνει μια μέρα προ καιρού, αδειασμένη. «Δεν του τα ‹κανα, όταν έπρεπε να τά κάνω».
«Κάνε τα τώρα», τής λέω. «Ποτέ δεν είναι αργά. Όλα τά καταλαβαίνουν».
Εγώ τα τελευταία του τα ‹πα, μισή ώρα πριν φύγει. Είχα ανοίξει την καρδιά μου διάπλατα και ξεφόρτωνα. Ξεφόρτωνα σαν να μην είχε αύριο. Και δεν είχε. Ο μπαμπάς ήταν σε καταστολή. Κι όμως τά καταλάβαινε όλα. Είχε το μάτι μισάνοιχτο με τον δικό του μοναδικό τρόπο και μού χαμογελούσε. Και δώσ’ του φόρτωνε. Φόρτωνε για τον Παράδεισο. Χαμογελούσε το μάτι του, χαμογελούσε κι η ψυχή του, όλα του χαμογελούσαν. Νομίζω εκείνο το δεκάλεπτο ήταν το μεγαλύτερο Δώρο, που τού έκανα ποτέ. Σίγουρα, το μεγαλύτερο Δώρο που έκανα ποτέ σε μένα.
«Πήγαινε πες του τα κι ας νομίζεις ότι δεν καταλαβαίνει. Όλα τά καταλαβαίνει. Εγώ θα ‘δινα ό,τι έχω και δεν έχω, για να είχα τον μπαμπά μου άλλη μια μέρα», κάνω αυτή τη φορά.
Ήταν η δική μου σειρά να αδειάσω. Από αγάπη, από συναίσθημα, από ανάσα.
Αν είχα και τρίτο τηλεφώνημα, θα ‘ριχνα κι άλλο την προσφορά μου. Θα επαιτούσα έστω και για μια ώρα. Μπορεί και για ένα λεπτό.
Θα έδινα το σύμπαν να σέ έχω έστω κι ένα λεπτό πλάι μου. Να μυρίσω την υπέροχη μυρωδιά σου. Να σού κάνω αγκαλιές. Να δίνουμε τα φιλάκια μας. Να σού λέω ότι είσαι ο καλύτερος.
Μού λείπεις, μπαμπά.
Μού λείπεις πολύ.

Κάπταιν
ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΞΕΝΑΚΗΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ KEY BOOKS

Εικόνα Α: https://neoskosmos.com

Logo

Διαβάστε Επίσης

Τουρκικά ΜΜΕ: Νέα επιστολή Ερντογάν στους ηγέτες της ΕΕ, μία ημέρα πριν από τη Σύνοδο Κορυφής

Τι αναφέρει ο Τούρκος πρόεδρος στη νέα του