“Τίποτα μεγάλο στον κόσμο δεν έγινε, δίχως πάθος”

- in ΓΝΩΜΕΣ-ΑΠΟΨΕΙΣ

Δοκιμάσατε μια φορά κι εσείς ένα παράφορο πάθος, ερωτευτήκατε ποτέ τρελά; Αυτό είναι ίσως η μεγαλύτερη διέγερση που μπορεί να νιώσει στη ζωή του ο άνθρωπος. Τότε χάνει τη ψυχραιμία του, αφήνεται να παρασυρθεί, είναι εντελώς «εκτός εαυτού». Ας πάρουμε για παράδειγμα τον ήρωα του Σαίξπηρ, Οθέλλο. Δε θα υπήρχε καμιά τραγωδία αν δεν είχε δείξει τέτοιον απόλυτο έρωτα για τη Δυσδαιμόνα κι αν δεν είχε ανταποκριθεί κι εκείνη.

Η ιστορία μάς ενδιαφέρει, τη στιγμή που αυτός ο λογικός άντρας και νικηφόρος στρατηγός ξεχνά όλες του τις ικανότητες και χάνει εντελώς το μυαλό του, ενώ ο παράφορος έρωτάς του για τη Δυσδαιμόνα τόν κάνει να χάσει κάθε ισορροπία και προκαλεί σύγχυση στα αισθήματά του. Η αληθινά τερατώδης εξέλιξή του, η οποία τόν μετατρέπει από φυσιολογικό άνθρωπο σε ψυχωτικό, τόν ρίχνει στην παραφροσύνη. Κάποιες ασήμαντες ενδείξεις -εκείνη η μυστηριώδης ιστορία για ένα μαντίλι, την οποία τού ψιθυρίζει στ’ αυτί ένας φαύλος άνθρωπος, ο Ιάγος – τού προκαλούν μια λύσσα, που τόν γεμίζει με φοβερό πόνο. Ένα πάθος, που στην εξέλιξή του τόν κάνει να στραγγαλίσει με τα ίδια του τα χέρια την εύθραυστη και άτυχη Δυσδαιμόνα. Τότε ο Οθέλλος πέφτει σε πλήρη απελπισία, γιατί μόλις πριν μια στιγμή είχε σκοτώσει το πλάσμα που αγαπούσε περισσότερο από καθετί άλλο, στον κόσμο. Εδώ μπορούμε πράγματι, να βεβαιώσουμε ότι δεν ήταν κύριος του πάθους του (ο Μονταίνι είπε κάποτε:” Η ομορφιά δε σέ μαγεύει, σέ τρελαίνει”), ότι βουλιαξε στη φουσκονεριά των αισθημάτων του. Μπορούμε τώρα να ρωτήσουμε, αν αυτός ο παράφορος έρωτας δικαιολογεί πλήρως την πράξη του, που προκάλεσε το θάνατο της αγαπημένης του. «Ήταν κάτι δυνατότερο από μένα !» – «Δε γινόταν αλλιώς !» – «Δεν το ‘κανα επίτηδες !», Ο παράφορα ερωτευμένος ξαναγίνεται εδώ μικρό κακομαθημένο παιδί, που ενεργεί κατά το κέφι του, κι αφού κάνει μια μεγάλη βλακεία, λέει: «Δε φταίω εγώ !» – Εδώ η ζήλια είναι το κατεξοχήν κατώτερο αίσθημα, που κάνει τόν παθιασμένα ερωτευμένο εγκληματία, τον ήρωα δολοφόνο.

Ο Θωμάς ο Ακινάτης είπε ότι «τα πάθη δεν είναι από μόνα τους καλά ή κακά». Επομένως, εμείς τα κάνουμε καλά ή κακά, όταν τά στρέφουμε σε ορισμένες κατευθύνσεις (όπως τον έρωτα για την επιστήμη, για την αλήθεια ή για την ανθρωπότητα) ή όταν αφηνόμαστε απερίσκεπτα να παρασυρθούμε από τον εγωισμό μας και παίρνουμε πολύ στα σοβαρά τον εαυτό μας. «Ο άνθρωπος είναι ένα ανώφελο πάθος», ισχυρίζεται ο Ζαν-Πωλ Σαρτρ.

Ο παθιασμένος άνθρωπος αναπτύσσει μια εντελώς προσωπική λογική, με την οποία συνδέει τη μεγαλομανία, με τη μανία καταδιώξεως. Είναι ένας αρρωστημένα μεγαλομανής. Γι’ αυτόν τίποτα δε μετράει περισσότερο απ’ το πάθος του. Ο Σταντάλ είπε κάποτε: «Ο άνθρωπος αυτός κρυσταλλώνει όλες τις λεπτομέρειες της καθημερινής ζωής γύρω από το πάθος του, ώσπου βυθίζεται σ’ έναν κόσμο πέρα από κάθε τάξη, όπου τίποτε πια δεν έχει νόημα». Ο ερωτευμένος κάνει τη μύγα βόδι, επειδή καταχωρεί όλα όσα δικαιολογεί η ζήλια του, αφήνοντας όλα τα άλλα έξω, και στηρίζει εικασίες πάνω σε μια εύθραυστη βάση, που η προφανώς γελοία δομή της συγκαλύπτει την αδυναμία.

Τότε το λογικό δεν μπορεί να κάνει τίποτε απέναντι στο πάθο: ο λογικός άνθρωπος που κυριεύεται από πάθος, πέφτει ξαφνικά σε παραλήρημα κι είναι ανίκανος να εκφέρει οποιαδήποτε λογική κρίση. Κολυμπάει, μέσα στον ανορθολογισμό. Ο ψυχαναλυτής Ντανιέλ Λαγκάς είπε: «Εκεί όπου γίνεται λογική υπάρχει έρωτας», Πράγματι, ο γάμος που γίνεται με βάση τη λογική, δεν είναι γάμος από πάθος εξ ορισμού. Γι’ αυτό υπάρχει και η ιδέα ότι δεν μπορούμε να δραπετεύσουμε από τα πάθη μας, ότι μπορούν να μάς κυριεύσουν, ότι δεν μπορούμε να τά συγκρατήσουμε, ότι είμαστε θύματα ή δούλοι τους.

Πρέπει να κάνουμε μια χαρακτηρολογική διάκριση ανάμεσα στους παθιασμένους ανθρώπους και στους λογικούς, φλεγματικούς, αδρανείς ή και ψυχρούς, αδιάφορους και αναίσθητους ανθρώπους, που κρατούν τις αποστάσεις τους απέναντι σε συμβάντα, αισθηματικές καταστάσεις ή πάθη. Γι’ αυτούς δεν υπάρχει πρόβλημα. Μπορούν να φρενάρουν την κατάλληλη στιγμή. ‘Έχουν έλεγχο τον εαυτού τους, αντιστέκονται, δεν «αφήνονται» ποτέ. Στο ερώτημα, αν ο έρωτας δικαιολογεί τα πάντα, απαντούν μ’ ένα κατηγορηματικό «όχι», και διαβεβαιώνουν ότι μπορούμε και οφείλουμε να είμαστε κύριοι των παθών μας. Μια προσπάθεια της θέλησης τό πετυχαίνει αυτό. Με θάρρος και δυνατό χαρακτήρα, μπορεί να αναχαιτιστεί κάθε παρόρμηση. Ο Καρτέσιος, για τον οποίο η θέληση είναι απεριόριστη, λέει πως αρκεί να αποφασίσουμε να φρενάρουμε τα πάθη μας, όποτε και όπως θέλουμε. Το πάθος όμως που αναχαιτίζεται από μια πράξη θέλησης, δεν παύει να ‘ναι τέτοιο; Οι αληθινά παθιασμένοι άνθρωποι δεν είναι ποτέ λογικοί, αποσταστοποιημένοι ή ψυχροί· είναι εξημμένοι, ζωηροί, βρίσκονται σε αναβρασμό. Ποτέ δεν μπορούν να πνίξουν μια μεγάλη κρίση του πάθους τους, κάνοντας απλώς μια προσπάθεια με τη θέληση και το νου τους. Ο Πασκάλ επισημαίνει τις «φοβερές συνέπειες του πάθους», οι οποίες «προβληματίζουν όλη τη γη, βασιλιάδες και στρατούς, κι όλο τον κόσμο».

Όλη η προσπάθεια τριών χιλιάδων χρόνων φιλοσοφικού στοχασμού, από τον Σωκράτη και τους Στωικούς ως τον Σαρτρ και τον Καμύ, σχετίζεται με τη θέληση να υπερνικηθούν τα πάθη γενικά και το ερωτικό πάθος ειδικότερα, έτσι ώστε να μετασχηματιστούν τα «ανώφελα πάθη» μας σε αποφάσεις δράσης.

Απ’ αυτή την άποψη, τίποτα δεν είναι λιγότερο φιλοσοφικό από το ερωτικό πάθος, με το οποίο χάνει κανείς τον εαυτό του. Αν μπορέσει κανείς να διοχετεύσει την ορμή του πάθους του, για να τή χρησιμοποιήσει με επωφελή τρόπο στην καθημερινή ζωή, στο επάγγελμα, στην καλλιτεχνική ή λογοτεχνική δημιουργία, στις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων, των εθνών και των λαών, αν μπορέσει να μετατρέψει τον έρωτα για ένα άτομο σε μεγάλο έρωτα για την ανθρωπότητα, για την αλήθεια, αν μπορέσει να μετατρέψει τη μικρή, εφήμερη κλίση σε μεγάλο καθολικό πάθος, τότε και μόνο θα γίνει κύριος των παθών του και θα πετύχει έναν από τούς σημαντικότερους στόχους της φιλοσοφίας. Έτσι, επιβεβαιώνεται η φράση του μεγάλου φιλοσόφου Χέγκελ ότι “τίποτα μεγάλο στον κόσμο δεν έγινε δίχως πάθος”.

Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΓΙΑ ΑΡΧΑΡΙΟΥΣ
DENIS HUISMAN
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΓΡΑΜΜΑΤΑ

Διαβάστε Επίσης

«Ό,τι δεν εκτιμάται, να κόβεται»

«Ό,τι δεν εκτιμάται, να κόβεται» Κι ενώ λοιπόν