Ο Θούριος του Ρήγα και η ασύγκριτη ερμηνεία του Νίκου Ξυλούρη

- in ΕΛΛΑΣ, ΙΣΤΟΡΙΑ

Ο Ρήγας συνέθεσε τον δικό του παιάνα, τόν ονόμασε «Θούριο», λέξη την οποία δανείστηκε από τους Αττικούς ποιητές: Αναφέρεται από τον Αισχύλο και τον Αριστοφάνη. Στον Όμηρο, απαντάται το «θούρος» για τον Άρη. Η λέξη «Θούριος» είναι επίθετο και σημαίνει ορμητικός, μαινόμενος, πολεμικός.

Στην εποχή του Ρήγα, δεν ήταν σε χρήση ο όρος «θούριος». Ο Ρήγας το 1796 χρησιμοποίησε τον όρο, δείγμα και αυτό της μελέτης του των αρχαίων κλασσικών κειμένων. Έτσι η λέξη «θούριος» εισάγεται πλέον στο νεοελληνικό λεξιλόγιο και γίνεται συνώνυμος με την επανάσταση. Μάλιστα, ο ίδιος επεξηγεί τη σημασία του όρου «Θούριος, «ήτοι ορμητικός Πατριωτικός ΄Υμνος πρώτος, εις τον ήχον “Μία προσταγή μεγάλη”».

Για να τραγουδηθεί ο Θούριός του, «Ως πότε παλληκάρια», ο Ρήγας δεν έβαλε μουσικά σύμβολα, νότες., αλλά ως ηγέτης αποτελεσματικός και προνοητικός που ήταν, για να διαδοθεί πλατιά, γράφει να τό τραγουδούν στο σκοπό ενός πολύ γνωστού και διαδεδομένου τραγουδιού της εποχής του «Μια προσταγή μεγάλη», αναφερόμενο στα κατορθώματα του Λάμπρου Κατσώνη, που εκείνα τα χρόνια είχε αναθερμάνει τις ελπίδες των σκλαβωμένων για την απόκτηση της ελευθερίας τους, με τη βοήθεια της Ρωσίας.

Στον επαναστατικό του παιάνα, ο Ρήγας συνδύασε ακόμη το τραγούδι με το χορό. Ο Θούριος χορεύεται στο συρτό χορό της γενέτειράς του. Ταιριασμένα μαζί, χορός και τραγούδι, ωθούν τους σκλαβωμένους στη μέθεξη της επανάστασης. Ο ίδιος άλλωστε στις συγκεντρώσεις των συντρόφων του στα σπίτια της Βιέννης συνήθιζε μετά το φαγητό και τραγούδαγε τον Θούριο με τη φλογέρα του και συνάμα χόρευε. Σημειώνεται χαρακτηριστικά στα ανακριτικά έγγραφα: «Κατά τον Σεπτέμβριον του έτους τούτου (του 1797) ο Ρήγας Βελεστινλής έψαλεν εν τη οικία του Αργέντη, παρισταμένου τούτου και του Έλληνος Θεοχάρη, ύμνον ελευθερίας και δήχορεύων περί την τράπεζαν».

Ο Ρήγας γνώριζε πολύ καλά πως επανάσταση ενάντια στην τυραννία του Σουλτάνου δε γίνεται με στιχουργήματα. Μόνο με παιάνες, με επαναστατικά ορμητικά τραγούδια επιτυγχάνεται το ξεσήκωμα του λαού.

Πράγματι, όσοι “ραγιάδες” έκτοτε άκουγαν του Ρήγα τον Θούριο, ένοιωθαν ν’ αλλάζει για αγώνα και θυσία η ψυχή τους. Ο Κολοκοτρώνης, ο Γέρος του Μωριά, χαρακτηριστικά ομολογεί: «Εφύλαξα πίστιν εις την παραγγελίαν του Ρήγα, και ο Θεός με αξίωσεν και εκρέμασα φούντα εις το Γένος μου, ως στρατιώτης του. Χρυσή φούντα δεν εστόλισε ποτέ το σπαθί μου, όταν έπαιρνα δούλευσιν εις ξένα κράτη», ακολουθώντας ο Κολοκοτρώνης κατά γράμμα τη διακήρυξη του Ρήγα,

«Κάλλιο για την πατρίδα κανένας να χαθή

ή να κρεμάση φούντα για ξένον στο σπαθί»,

Θούριος, στίχ. 57-58.

Ακόμη οι επαναστάτες του Αλέξανδρου Υψηλάντη (1792-1828) τραγουδώντας τον Θούριο, ξεκίνησαν την επανάστασή τους το 1821. Και οι Σουλιώτες του Μπότσαρη με τους ήχους των ασμάτων του Ρήγα στις μάχες εφορμούσαν. Παρόμοια, ο ΄Ανθιμος Γαζής στη διακήρυξή του προς τον λαό της Θετταλομαγνησίας το 1821, παραθέτει στίχους από τον Θούριο, τονίζοντας επί πλέον πως θα πρέπει σύμφωνα με τις «Διδαχές» του Ρήγα, δηλ. το Σύνταγμά του, να συγκροτηθεί το κράτος μετά την Επανάσταση.

Και για να εμψυχώσει τους πολεμιστές τους συγκεντρωμένους για του πολέμου τον αγώνα, μοιράζει του Θουρίου τους στίχους, για να τραγουδηθεί. Κι ύστερα οι αγωνιστές έμπλεοι ενθουσιασμού και διάθεσης για θυσία, για τον ιερό σκοπό της ελευθερίας, εφόρμησαν κατά των Τούρκων της γενέτειρας του Ρήγα, του Βελεστίνου, όπου προς τιμήν του Ρήγα συγκλήθηκε και η Συνέλευση των επαναστατών, η «Βουλή της Θετταλομαγνησίας».

Ο λόγιος ιατρός και συγγραφέας Στέφανος Κανέλλος μαζί με τους φίλους του, τραγουδώντας τον Θούριο σε οικογενειακή σύναξη στην Κωνσταντινούπολη, ορκίζονται στο όνομα του εθνεγέρτη Ρήγα για αγώνα κατά των τυράννων:

«Στην γνώμη των τυράννων να μήν ελθώ ποτέ

Μήτε να τους δουλεύω, μήτε να πλανηθώ

Εις τα ταξιματά τους, για να παραδοθώ.

Εν όσω ζώ στον κόσμον, ο μόνος μου σκοπός,

Για να τούς αφανίσω, θε να’ ναι σταθερός»,

Θούριος, στίχ. 32-36.

Και σύμφωνα με τον Λαρισσαίο δάσκαλο του Γένους Κων. Κούμα «Μικροί και μεγάλοι και αυταί αι γυναίκες έψαλλαν την του Ρήγα ωδήν εις πάν συμπόσιον και εις πάσαν συντροφίαν. Μ΄ όλον ότι κατ’ αρχάς εψάλλετο ως εύμορφον τραγούδι, ήρχισεν όμως κατ΄ ολίγον να ενεργή ψυχικώς».

Ο Γεώργιος Τερτσέτης, γραμματέας του Κολοκοτρώνη, χαρακτήρισε τον Θούριο ως «το ιερότερον άσμα της φυλής μας». Μάλιστα, τόνιζε ότι τα τραγούδια του Ρήγα «Ως σάλπιγγες εις την Ιεριχώ εγκρέμισαν τα τείχη της Τριπολιτσάς, ετίναξαν εις τον αέρα με τους αλλοφύλους τα φρούρια της Μονεμβασιάς, του Ναυπλίου, των Αθηνών και τα τρικάταρτα του εχθρού».

Λίγα, δυστυχώς, αντίτυπα από την έκδοση της Βιέννης διέφυγαν από την Αυστριακή Αστυνομία. Ήδη, όμως, ο Θούριος διαδίνονταν σε χειρόγραφη μορφή, σε όλα τα Βαλκάνια.

΄Εχει βρεθεί σε πέντε παραδοσιακές μουσικές παραλλαγές, δηλωτικό πως πλατιά διαδόθηκε σε διάφορα μέρη του Ελληνικού χώρου και οι μελωδίες του προσαρμόζονταν στα μουσικά ιδιώματα της κάθε περιοχής. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί τα όσα γράφει ο Γάλλος φιλέλληνας Φωριέλ, ο οποίος στα χρόνια του Αγώνα, το 1824, κυκλοφόρησε στο Παρίσι το βιβλίο του με τα ελληνικά δημοτικά τραγούδια. Σ’ αυτά εντάσσει και τον Θούριο, ενώ δεν είναι δημοτικό τραγούδι, διότι δημιουργός του ήταν ο Ρήγας.

Τόν συμπεριέλαβε στα δημοτικά λόγω της πλατιάς διάδοσής του, που είχε γίνει κτήμα του λαού. Επί πλέον μνημονεύει και την επίδρασή που ο Θούριος ασκούσε στο λαό. Σημειώνει ένα χαρακτηριστικό γεγονός, το οποίο διαδραματίσθηκε το 1815 σε χάνι της Ηπείρου. Ένα παλικάρι από το χάνι πλησιάζει τον ταξιδευτή, που είχε καταφθάσει.

Βγάζει απ’ τον κόρφο του ένα χειρόγραφο και τόν παρακαλεί παράμερα να τού τό διαβάσει. Κι όσο ο ταξιδιώτης διάβαζε το χειρόγραφο, τόσο η όψη του παλικαριού μεταμορφωνόταν, μεταρσιωνόταν, φούντωνε, βούρκωνε και δάκρυα κυλούσαν από τα μάτια του. Άκουγε τον Θούριο. Κι όταν ρωτήθηκε, αν για πρώτη φορά ακούει το Ως πότε παλληκάρια, απάντησε, ότι κάθε φορά, που άνθρωπος γραμματισμένος περνά από το χάνι, το χειρόγραφο από τον κόρφο του βγάζει, για να ακούσει του Θουρίου τις προσταγές.

dinfo.gr

https://youtu.be/Vs1aN_5NC6c?t=1
Ως πότε παλληκάρια, θα ζούμε στα στενά,
μονάχοι σαν λιοντάρια, στες ράχες στα βουνά
Κάλλιο είναι μιας ώρας ελεύθερη ζωή,
παρά σαράντα χρόνους, σκλαβιά και φυλακή.Σπηλιές να κατοικούμε, να βλέπουμε κλαδιά,
να φεύγωμ’ απ’ τον κόσμο, για την πικρή σκλαβιά;
Κάλλιο είναι μιας ώρας ελεύθερη ζωή,
παρά σαράντα χρόνους, σκλαβιά και φυλακή.Να χάνωμεν αδέλφια, πατρίδα και γονείς,
τους φίλους, τα παιδιά μας, κι όλους τους συγγενείς;
Κάλλιο είναι μιας ώρας ελεύθερη ζωή,
παρά σαράντα χρόνους, σκλαβιά και φυλακή.

Τι σ’ ωφελεί αν ζήσεις, και είσαι στη σκλαβιά;
στοχάσου πως σε ψένουν, καθ’ ώραν στην φωτιά.
Βεζύρης, δραγουμάνος, αφέντης κι αν σταθείς
ο τύραννος αδίκως σε κάμνει να χαθείς.

Δουλεύεις όλη ημέρα, σε ό,τι κι αν σε πει,
κι αυτός πασχίζει πάλιν, το αίμα σου να πιει.
Ο Σούτζος, κι ο Μουρούζης, Πετράκης, Σκαναβής
Γκίκας και Μαυρογένης, καθρέπτης, είν’ να ιδείς.

Ανδρείοι καπετάνοι, παπάδες, λαϊκοί,
σκοτώθηκαν κι αγάδες, με άδικον σπαθί.
Κι αμέτρητοι άλλοι τόσοι, και Τούρκοι και Ρωμιοί,
ζωήν και πλούτον χάνουν, χωρίς καμιά αφορμή.

Ελάτε με έναν ζήλον, σε τούτον τον καιρόν,
να κάμωμεν τον όρκον, επάνω στον σταυρόν.
Συμβούλους προκομμένους, με πατριωτισμόν
να βάλωμεν εις όλα, να δίδουν ορισμόν.

Οι νόμοι να ’ ν ’ ο πρώτος, και μόνος οδηγός,
και της πατρίδος ένας, να γένει αρχηγός.
Γιατί κι η αναρχία, ομοιάζει την σκλαβιά,
να ζούμε σαν θηρία, είν’ πιο σκληρή φωτιά.

Και τότε με τα χέρια, ψηλά στον ουρανόν
ας πούμ’ απ’ την καρδιά μας, ετούτα στον Θεόν.

Ω βασιλεύ του κόσμου, ορκίζομαι σε Σε,
στην γνώμην των τυράννων, να μην έλθω ποτέ.
Μήτε να τους δουλεύσω, μήτε να πλανηθώ,
εις τα ταξίματά τους, για να παραδοθώ.

Εν όσο ζω στον κόσμον, ο μόνος μου σκοπός,
για να τους αφανίσω, θε να `ναι σταθερός.
Πιστός εις την πατρίδα, συντρίβω τον ζυγόν,
αχώριστος για να `μαι, υπό τον στρατηγόν.

Κι αν παραβώ τον όρκον, ν’ αστράψ’ ο ουρανός,
και να με κατακόψει, να γένω σαν καπνός.

Σ’ ανατολή και δύση, και νότον και βοριά,
για την πατρίδα όλοι, να `χωμεν μια καρδιά.
Στην πίστην του καθ’ ένας, ελεύθερος να ζει,
στην δόξαν του πολέμου, να τρέξωμεν μαζί.

Βουλγάροι κι Αρβανίτες, Αρμένιοι και Ρωμιοί,
Αράπηδες και άσπροι, με μια κοινήν ορμή,
Για την ελευθερίαν, να ζωσωμεν σπαθί,
πως είμαστ’ αντρειωμένοι, παντού να ξακουσθεί.

Όσοι απ’ την τυραννίαν, πήγαν στην ξενιτιά
στον τόπον του καθ’ ένας, ας έλθει τώρα πια.
Και όσοι του πολέμου, την τέχνην αγροικούν
Εδώ ας τρέξουν όλοι, τυρράνους να νικούν.

Η Ρούμελη τους κράζει, μ’ αγκάλες ανοιχτές,
τους δίδει βιό και τόπον, αξίες και τιμές.
Ως ποτ’ οφικιάλιος, σε ξένους Βασιλείς;
έλα να γένεις στύλος, δικής σου της φυλής.

Κάλλιο για την πατρίδα, κανένας να χαθεί
ή να κρεμάσει φούντα, για ξένον στο σπαθί.
Και όσοι προσκυνήσουν, δεν είναι πια εχθροί,
αδέλφια μας θα γένουν, ας είναι κι εθνικοί.

Μα όσοι θα τολμήσουν, αντίκρυ να σταθούν,
εκείνοι και δικοί μας, αν είναι, ας χαθούν.
Σουλιώτες και Μανιάτες, λιοντάρια ξακουστά
ως πότε στες σπηλιές σας, κοιμάστε σφαλιστά;

Μαυροβουνιού καπλάνια, Ολύμπου σταυραητοί,
κι Αγράφων τα ξεφτέρια, γεννήστε μια ψυχή.
Ανδρείοι Μακεδόνες, ορμήσετε για μια,
και αίμα των τυράννων, ρουφήξτε σαν θεριά.

Του Σάββα και Δουνάβου, αδέλφια Χριστιανοί,
με τα άρματα στο χέρι, καθ’ ένας ας φανεί,
Το αίμα σας ας βράσει, με δίκαιον θυμόν,
μικροί μεγάλοι ομώστε, τυράννου τον χαμόν.

Λεβέντες αντρειωμένοι, Μαυροθαλασσινοί,
ο βάρβαρος ως πότε, θε να σας τυραννεί.
Μην καρτερείτε πλέον, ανίκητοι Λαζοί,
χωθείτε στο μπογάζι, μ’ εμάς και σεις μαζί.

Δελφίνια της θαλάσσης, αζδέρια των νησιών,
σαν αστραπή χυθείτε, χτυπάτε τον εχθρόν.
Της Κρήτης και της Νύδρας, θαλασσινά πουλιά,
καιρός είν’ της πατρίδος, ν’ ακούστε την λαλιά.

Κι όσ’ είστε στην αρμάδα, σαν άξια παιδιά,
οι νόμοι σας προστάζουν, να βάλετε φωτιά.
Με εμάς κι εσείς Μαλτέζοι, γενείτε ένα κορμί,
κατά της τυραννίας, ριχθείτε με ορμή.

Σας κράζει η Ελλάδα, σας θέλει, σας πονεί,
ζητά την συνδρομήν σας, με μητρική φωνή.
Τι στέκεις Παζβαντζιόγλου, τόσον εκστατικός;
τινάξου στο Μπαλκάνι, φώλιασε σαν αητός.

Τους μπούφους και κοράκους, καθόλου μην ψηφάς,
με τον ραγιά ενώσου, αν θέλεις να νικάς.
Συλήστρα και Μπραίλα, Σμαήλι και Κιλί,
Μπενδέρι και Χωτήνι, εσένα προσκαλεί.

Στρατεύματα σου στείλε, κι εκείνα προσκυνούν
γιατί στην τυραννίαν, να ζήσουν δεν μπορούν.
Γκιουρντζή πια μη κοιμάσαι, σηκώσου με ορμήν,
τον Προύσια να μοιάσεις, έχεις την αφορμήν.

Και συ που στο Χαλέπι, ελεύθερα φρονείς
πασιά καιρόν μη χάνεις, στον κάμπον να φανείς.
Με τα στρατεύματά σου, ευθύς να σηκωθείς,
στης Πόλης τα φερμάνια, ποτέ να μη δοθείς.

Του Μισιριού ασλάνια, για πρώτη σας δουλειά,
δικόν σας ένα μπέη, κάμετε βασιλιά.
Χαράτζι της Αιγύπτου, στην Πόλη ας μη φανεί,
για να ψοφήσει ο λύκος, όπου σας τυραννεί.

Με μια καρδιά όλοι, μια γνώμη, μια ψυχή,
χτυπάτε του τυράννου, την ρίζα να χαθεί.
Να ανάψουμε μια φλόγα, σε όλην την Τουρκιά,
να τρέξει από την Μπόσνα, και ως την Αραπιά.

Ψηλά στα μπαϊράκια, σηκώστε τον σταυρόν,
και σαν αστροπελέκια, χτυπάτε τον εχθρόν.
Ποτέ μη στοχαστείτε, πως είναι δυνατός,
καρδιοχτυπά και τρέμει, σαν τον λαγόν κι αυτός.

Τριακόσιοι Γκιρτζιαλήδες, τον έκαμαν να ιδεί,
πως δεν μπορεί με τόπια, μπροστά τους να εβγεί.
Λοιπόν γιατί αργείτε, τι στέκεστε νεκροί;
ξυπνήστε μην είστε ενάντιοι κι εχθροί.

Πως οι προπάτορές μας, ορμούσαν σαν θεριά,
για την ελευθερία, πηδούσαν στη φωτιά.
Έτσι κι ημείς, αδέλφια, ν’ αρπάξουμε για μια
τα άρματα, και να βγούμεν απ’ την πικρή σκλαβιά.

Να σφάξουμε τους λύκους, που στον ζυγόν βαστούν,
και Χριστιανούς και Τούρκους, σκληρά τους τυραννούν.
Στεργιάς και του πελάγου, να λάμψει ο σταυρός,
και στην δικαιοσύνην, να σκύψει ο εχθρός.

Ο κόσμος να γλιτώσει, απ’ αύτην την πληγή,
κι ελεύθεροι να ζωμεν, αδέλφια εις την γη.

Θούριος
ἤτοι Ὁρμητικὸς Πατριωτικὸς Ὕμνος πρῶτος, εἰς τὸν ἦχον, MIA ΠΡΟΣΤΑΓΗ ΜΕΓΑΛΗ
Συγγραφέας: Ρήγας Φεραίος
1797

Ὡς πότε παλικάρια νὰ ζοῦμεν στὰ στενά,
Μονάχοι σὰ λιοντάρια, σταὶς ράχαις στὰ βουνά;
Σπηλιαὶς νὰ κατοικοῦμεν, νὰ βλέπωμεν κλαδιά,
Νὰ φεύγωμ΄ ἀπ΄ τὸν Κόσμον, γιὰ τὴν πικρὴ σκλαβιά.
Νὰ χάνωμεν ἀδέλφια, Πατρίδα, καὶ Γονεῖς,
Τοὺς φίλους, τὰ παιδιά μας, κι΄ ὅλους τοὺς συγγενεῖς.
Καλλιῶναι μίας ὥρας ἐλεύθερη ζωή,
Παρὰ σαράντα χρόνοι σκλαβιά, καὶ φυλακή.
Τί σ΄ ὠφελεῖ ἂν ζήσης, καὶ εἶσαι στὴ σκλαβιά,
Στοχάσου πὼς σὲ ψένουν καθ΄ ὤραν στὴ φωτιά.
Βεζύρης, Δραγουμάνος, Ἀφέντης κι΄ ἂν σταθῆς,
Ὁ Τύραννος ἀδίκως, σὲ κάμει νὰ χαθῆς.
Δουλεύεις ὂλ΄ ἡμέρα, σὲ ὅ,τι κι΄ ἂν σοὶ πῆ,
Κι΄ αὐτὸς πασχίζει πάλιν, τὸ αἷμα σου νὰ πιῆ.
Ὁ Σοῦτζος, κι΄ ὁ Μουρούζης, Πετράκης, Σκαναβής,
Γγίκας, καὶ Μαυρογένης, καθρέπτης, εἶν΄ νὰ ἰδῆς.
Ἀνδρεῖοι Καπετάνοι, Παπάδες, λαϊκοί,
Σκοτώθηκαν κι΄ Ἀγάδες, μὲ ἄδικον σπαθί.
Κι΄ ἀμέτρητ΄ ἄλλοι τόσοι, καὶ Τοῦρκοι, καὶ Ρωμιοί,
Ζωήν, καὶ πλοῦτον χάνουν, χωρὶς καμμιὰ ΄φορμή.
Ἐλᾶτε μ΄ ἕναν ζῆλον, σὲ τοῦτον τὸν καιρόν,
Νὰ κάμωμεν τὸν ὅρκον, ἐπάνω στὸν Σταυρόν.
Συμβούλους προκομμένους, μὲ πατριωτισμόν,
Νὰ βάλλωμεν εἰς ὅλα, νὰ δίδουν ὁρισμόν.
Οἱ νόμοι νάν΄ ὁ πρῶτος, καὶ μόνος ὁδηγός,
Καὶ τῆς πατρίδος ἕνας, νὰ γένη Ἀρχηγός.
Γιατί κ΄ ἡ ἀναρχία, ὁμοιάζει τὴν σκλαβιά,
Νὰ ζοῦμε σὰ θηρία, εἶν΄ πλιὸ σκληρὴ φωτιά.
Καὶ τότε μὲ τὰ χέρια, ψηλὰ στὸν Οὐρανόν,
Ἂς ποῦμ΄ ἀπ΄ τὴν καρδιά μας, ἐτοῦτα στὸν Θεόν.

Ἐδῶ σηκώνονται οἱ Πατριῶται ὀρθοί,
καὶ ὑψώνοντες τὰς χεῖρας πρὸς τὸν Οὐρανόν, κάμνουν τὸν ὅρκον.
Ὅρκος κατὰ τῆς Τυραννίας, καὶ τῆς ἀναρχίας.

Ὢ Βασιλεῖ τοῦ Κόσμου, ὁρκίζομαι σὲ σέ,
Στὴν γνώμην τῶν τυράννων, νὰ μὴν ἐλθῶ ποτέ.
Μήτε νὰ τοὺς δουλεύσω, μήτε νὰ πλανηθῶ,
εἰς τὰ ταξίματά τους, γιὰ νὰ παραδοθῶ.
Ἐν ὄσῳ ζῶ στὸν Κόσμον, ὁ μόνος μου σκοπός,
Γιὰ νὰ τοὺς ἀφανίσω, θὲ νάναι σταθερός.
Πιστὸς εἰς τὴν Πατρίδα, συντρίβω τὸν ζυγόν,
Ἀχώριστος γιὰ νᾶμαι, ὑπὸ τὸν Στρατηγόν.
Κι΄ ἂν παραβῶ τὸν ὅρκον, νὰ στράψ΄ ὁ Οὐρανός,
Καὶ νὰ μὲ κατακάψη, νὰ γένω σὰν καπνός.

Τέλος τοῦ Ὅρκου.

Σ΄ Ἀνατολὴ καὶ Δύσι, καὶ Νότον καὶ Βοριά,
Γιὰ τὴν Πατρίδα ὅλοι, νάχωμεν μία καρδιά.
Στὴν πίστιν τοῦ καθ΄ ἕνας, ἐλεύθερος νὰ ζῆ,
Στὴν δόξαν τοῦ πολέμου, νὰ τρέξωμεν μαζύ.
Βουλγάροι, κι΄ Ἀρβανῆτες, Ἀρμένοι καὶ Ρωμιοί,
Ἀράπιδες, καὶ ἄσπροι, μὲ μία κοινὴ ὁρμή.
Γιὰ τὴν ἐλευθερίαν, νὰ ζώσωμεν σπαθί,
Πῶς εἶμασθ΄ ἀντρειωμένοι, παντοῦ νὰ ξακουσθῇ.
Ὂσ΄ ἀπ΄ τὴν τυραννίαν, πῆγαν στὴ ξενητιά,
Στὸν τόπον τοῦ καθ΄ ἕνας, ἂς ἔλθη τώρα πιά.
Καὶ ὅσοι τοῦ πολέμου, τὴν τέχνην ἀγροικοῦν,
Ἐδῶ ἂς τρέξουν ὅλοι, τυράννους νὰ νικοῦν.
Η Ρούμελη τοὺς κράζει, μ΄ ἀγκάλαις ἀνοιχταίς,
Τοὺς δίδει βίο, καὶ τόπον, ἀξίαις καὶ τιμαίς.
Ὡς πότ΄ Ὀφφικιάλος, σὲ ξένους Βασιλεῖς.
Ἔλα νὰ γένης στύλος, δικῆς σου τῆς φυλῆς.
Κάλλιο γιὰ τὴν Πατρίδα, κανένας νὰ χαθῇ,
Ἢ νὰ κρεμάσῃ φούντα, γιὰ ξένον στὸ σπαθί.
Καὶ ὅσοι προσκυνήσουν, δὲν εἶναι πλιὸ ἐχθροί,
Ἀδέλφια μας θὰ γένουν, ἂς εἶναι κ΄ ἐθνικοί.
Μὰ ὅσοι θὰ τολμήσουν, ἀντίκρυ νὰ σταθοῦν,
Ἐκεῖνοι καὶ δικοί μας, ἂν εἶναι ἂς χαθοῦν.
Σουλλιώταις, καὶ Μανιώταις, λιοντάρια ξακουστά,
Ὡς πότε σταὶς σπηλαίς σας, κοιμάσθε σφαλιστά.
Μαυροβουνιοὺ καπλάνια, Ὀλύμπου σταυραητοί,
Κι΄ Ἀγράφων τὰ ξευτέρια, γεννῆτε μία ψυχή.
Ἀνδρεῖοι Μακεδόνες, ὁρμήσατε γιὰ μία,
Καὶ αἷμα τῶν τυράννων, ρουφῆστε σᾶ θεριά.
Τοῦ Σάββα καὶ Δουνάβου, ἀδέλφια Χριστιανοί,
Μὲ τ΄ ἅρματα στὸ χέρι, καθ΄ ἕνας ἂς φανῆ.
Τὸ αἷμα σας ἂς βράση, μὲ δίκαιον θυμόν,
Μικροὶ μεγάλ΄ ὀμῶστε, τυράννου τὸν χαμόν.
Λεβέντες ἀντριωμένοι, Μαυροθαλασσινοί,
Ὁ βάρβαρος ὡς πότε, θὲ νὰ σᾶς τυραννῇ.
Μὴ καρτερῆτε πλέον, ἀνίκητοι Λαζοί,
Χωθῆτε στὸ μπογάζι, μ΄ ἐμᾶς κ΄ ἐσεῖς μαζί.
Δελφίνια τῆς θαλάσσης, ἀζδέρια τῶν Νησιῶν,
Σὰν ἀστραπὴ χυθῆτε, κτυπᾶτε τὸν ἐχθρόν.
Τῆς Κρήτης, καὶ τῆς Νίδρας, θαλασσινὰ πουλιά,
Καιρὸς εἶν΄ τῆς Πατρίδος, νὰ κοῦστε τὴν λαλιά.
Κι΄ ὂσ΄ εἶστε στὴν Ἁρμάδα, σὰν ἄξια παιδιά,
Οἱ Νόμοι σας προστάζουν, νὰ βάλλετε φωτιά.
Μ΄ ἐμᾶς κ΄ ἐσεῖς Μαλτέζοι, γεννήτ΄ ἕνα κορμί,
Κατὰ τῆς τυραννίας, ριχθῆτε μὲ ὁρμή.
Σᾶς κράζει ἡ Ἑλλάδα, σᾶς θέλει σας πονεῖ,
Ζητᾶ τὴν συνδρομήν σας, μὲ μητρικὴν φωνή.
Τί στέκεις, Παζβαντζίουγλου, τόσον ἐκστατικός;
Τεινάξου στὸ Μπαλκάνι, φώλιασε σὰν ἀητός.
Τοὺς μπούφους, καὶ κοράκους, καθόλου μὴ ψηφᾶς,
Μὲ τὸν ραγιὰ ἑνώσου, ἂν θέλης νὰ νικᾶς.
Σηλίστρα, καὶ Μπραΐλα, Σμαήλι καὶ Κυλί,
Μπενδέρι, καὶ Χωτήνι, ἐσένα προσκαλεῖ.
Στρατεύματά σου στεῖλε, κ΄ ἐκεῖνα προσκυνοῦν,
Γιατί στὴν τυραννίαν, νὰ ζήσουν δὲν ΄μπορούν.
Γγιουρτζὴ πλια μὴ κοιμᾶσαι, συκώσου μὲ ὁρμήν,
Τὸν Μπρούσια νὰ μοιάσης, ἔχεις τὴν ἀφορμήν.
Καὶ σὺ ποὺ στὸ Χαλέπι, ἐλεύθερα φρονεῖς,
Πασιὰ καιρὸν μὴ χάνεις, στὸν κάμπον νὰ φανῆς.
Μὲ τὰ στρατεύματά σου, εὐθὺς νὰ σηκωθῆς,
Στῆς Πόλης τὰ φερμάνια, ποτὲ νὰ μὴ δοθῆς.
Τοῦ Μισιργιοῦ ἀσλάνια, γιὰ πρώτη σας δουλιά,
Δικόν σας ἕνα Μπέι, κάμετε Βασιλιά.
Χαράτζι τῆς Αἰγύπτου, στὴν Πόλ΄ ἃς μὴ φανῆ,
Γιὰ νὰ ψοφήσ΄ ὁ λύκος, ὀποῦ σας τυραννεῖ.
Μὲ μία καρδιὰν ὅλοι, μία γνώμην, μία ψυχή,
Κτυπᾶτε τοῦ τυράννου, τὴν ρίζαν νὰ χαθῆ.
Ν΄ ἀνάψωμεν μία φλόγα, σὲ ὅλην τὴν Τουρκιά,
Νὰ τρέξ΄ ἀπὸ τὴν Μπόσνα, καὶ ὡς τὴν Ἀραπιά.
Ψηλὰ στὰ μπαϊράκια, συκῶστε τὸν Σταυρόν,
Καὶ σὰν ἀστροπελέκια, κτυπᾶτε τὸν ἐχθρόν.
Ποτὲ μὴ στοχασθῆτε, πὼς εἶναι δυνατός,
Καρδιοκτυπᾶ καὶ τρέμει, σὰν τὸν λαγῶ κι΄ αὐτός.
Τρακόσιοι γκιρτζιαλίδες, τὸν ἔκαμαν νὰ διῇ,
Πῶς δὲν ΄μπορεῖ μὲ τόπια, μπροστὰ τοὺς νὰ ἐβγῇ.
Λοιπὸν γιατὶ ἀργῆτε, τὶ στέκεσθε νεκροί;
Ξυπνήσατε μὴν εἶσθε, ἐνάντιοι κ΄ ἐχθροί.
Πῶς οἱ Προπάτορές μας, ὁρμοῦσαν σὰ θεριά,
Γιὰ τὴν ἐλευθερίαν, πηδοῦσαν στὴ φωτιά.
Ἔτζι κ΄ ἡμεῖς, ἀδέλφια, ν΄ ἁρπάξωμεν γιὰ μιά,
Τ΄ ἅρματα καὶ νὰ βγοῦμεν, ἀπ΄ τὴν πικρὴ σκλαβιά.
Νὰ σφάξωμεν τοὺς λύκους, ποὺ στὸν ζυγὸν βαστοῦν,
Καὶ Χριστιανούς, καὶ Τούρκους, σκληρὰ τοὺς τυραννοῦν.
Στεργιᾶς, καὶ τοῦ πελάγου, νὰ λάμψη ὁ Σταυρός,
Καὶ στὴν δικαιοσύνην, νὰ σκύψη ὁ ἐχθρός.
Ὁ Κόσμος νὰ γλυτώση, ἀπ΄ αὔτην τὴν πληγή,
Κ΄ ἐλεύθεροι νὰ ζῶμεν, ἀδέλφια εἰς τὴν Γῆ.

Πέρας μὲν ὧδε,
Ἡ δὲ αὖ πράξις τέρας.
(Μελοποιημένες είναι οι τρεις πρώτες στροφές).
 
Άκρα Του Τάφου Σιωπή… !
https://youtu.be/qmt0BvBiK9w?t=4

Διαβάστε Επίσης

Τουρκία – Μαρτυρίες πολιτών: «Πεθαίνουν 400-500 άτομα, κάθε μέρα…

Kρύβει το χάος ο Ερντογάν!…» – Συλλαμβάνεται όποιος