Κώστας Κρυστάλλης (1868-1894): ποιητὴς καὶ πεζογράφος ἀπὸ τὴν Ἤ π ε ι ρ ο

Κώστας Κρυστάλλης – Ποιήματα

Κώστας Κρυστάλλης (1868-1894): ποιητὴς καὶ πεζογράφος ἀπὸ τὴν Ἤπειρο.

Ἐγεννήθη ἐν Συρράκῳ. Ἐξέδωκε τὰ ἔργα: Σκιαὶ τοῦ ᾅδου (ὧν ἕνεκα ἐξεδιώχθη ὑπὸ τῶν Τούρκων), Καλόγερος, Ἀγροτικά, Τραγουδιστὴς τοῦ χωριοῦ καὶ τῆς στάνης καὶ σειρὰ διηγημάτων ὑπὸ τὸν τίτλον Πεζογραφήματα. Ἑργασθεὶς δι᾿ ὀλίγα ἔτη εἰς Ἀθήνας ὑπὸ δυσκόλους συνθῆκας, ἠσθένησε βαρέως καὶ ἀπεβίωσε ἐν Ἄρτῃ τῷ 1894.

Ἐργοκριτική


Στὸ Σταυραητό

Ἀπὸ μικρὸ κι ἀπ᾿ ἄφαντο πουλάκι, σταυραητέ μου,
παίρνεις κορμὶ μὲ τὸν καιρὸ καὶ δύναμη κι ἀγέρα
κι ἁπλώνεις πῆχες τὰ φτερὰ καὶ πιθαμὲς τὰ νύχια
καὶ μέσ᾿ στὰ σύγνεφα πετᾶς, μέσ᾿ στὰ βουνὰ ἀνεμίζεις
φωλιάζεις μέσ᾿ στὰ κράκουρα, συχνομιλᾶς μὲ τἄστρα,
μὲ τὴν βροντὴ ἐρωτεύεσαι, κι ἀπιδρομᾶς καὶ παίζεις
μὲ τἄγρια ἀστροπέλεκα καὶ βασιλιᾶ σὲ κράζουν
τοῦ κάμπου τὰ πετούμενα καὶ τοῦ βουνοῦ οἱ πετρίτες.

Ἔτσι ἐγεννήθηκε μικρὸς κι ὁ πόθος μου στὰ στήθη,
κι ἀπ᾿ ἄφαντο κι ἀπ᾿ ἄπλερο πουλάκι σταυραητέ μου,
μεγάλωσε, πῆρε φτερά, πῆρε κορμὶ καὶ νύχια
καὶ μοῦ ματώνει τὴν καρδιά, τὰ σωθικά μου σκίζει
κι ἔγινε τώρα ὁ πόθος μου ἀητός, στοιχειὸ καὶ δράκος
κι ἐφώλιασε βαθιὰ – βαθιὰ μέσ᾿ στ᾿ ἄσαρκο κορμί μου
καὶ τρώει κρυφὰ τὰ σπλάγχνα μου, κουφοβοσκάει τὴν νιότη.

Μπεζέρισα νὰ περπατῶ στοῦ κάμπου τὰ λιοβόρια.
Θέλω τ᾿ ἀψήλου ν᾿ ἀνεβῶ ν᾿ ἀράξω θέλω, ἀητέ μου,
μέσ᾿ στὴν παλιά μου κατοικιά, στὴν πρώτη τὴ φωλιά μου,
Θέλω ν᾿ ἀράξω στὰ βουνά, θέλω νὰ ζάω μ᾿ ἐσένα.
Θέλω τ᾿ ἀνήμερο καπρί, τ᾿ ἀρκούδι, τὸ πλατόνι,
καθημερνή μου κι ἀκριβὴ νὰ τἄχω συντροφιά μου.
Κάθε βραδούλα, κάθε αὐγή, θέλω τὸ κρύο τ᾿ ἀγέρι
νἄρχεται ἀπὸ τὴν λαγκαδιά, σὰν μάνα, σὰν ἀδέρφι
νὰ μοῦ χαϊδεύει τὰ μαλλιὰ καὶ τ᾿ ἀνοιχτά μου στήθη.

Θέλω ἡ βρυσούλα, ἡ ρεματιά, παλιὲς γλυκές μου ἀγάπες
νὰ μοῦ προσφέρνουν γιατρικὸ τ᾿ ἀθάνατα νερά τους.
Θέλω τοῦ λόγγου τὰ πουλιὰ μὲ τὸν κελαϊδισμό τους
νὰ μὲ κοιμίζουν τὸ βραδύ, νὰ μὲ ξυπνοῦν τὸ τάχυ.
Καὶ θέλω νἄχω στρῶμα μου, νἄχω καὶ σκέπασμά μου
τὸ καλοκαίρι τὰ κλαδιὰ καὶ τὸν χειμώ᾿ τὰ χιόνια.

Κλωνάρια ἀπ᾿ ἀγριοπρίναρα, φουρκάλες ἀπὸ ἐλάτια
θέλω νὰ στρώνω στοιβανιὲς κι ἀπάνου νὰ πλαγιάζω,
ν᾿ ἀκούω τὸν ἦχο τῆς βροχῆς καὶ νὰ γλυκοκοιμιέμαι.

Ἀπὸ ἡμερόδεντρον ἀητέ, θέλω νὰ τρώω βαλάνια,
θέλω νὰ τρώω τυρὶ ἀλαφιοῦ καὶ γάλα ἀπ᾿ ἄγριο γίδι.
Θέλω ν᾿ ἀκούω τριγύρω μου πεῦκα κι ὀξιὲς νὰ σκούζουν,
θέλω νὰ περπατῶ γκρεμούς, ῥαϊδιά, ψηλὰ στεφάνια,
θέλω κρεμάμενα νερὰ δεξιὰ ζερβιὰ νὰ βλέπω.
Θέλω ν᾿ ἀκούω τὰ νύχια σου νὰ τὰ τροχᾶς στὰ βράχια,
ν᾿ ἀκούω τὴν ἄγρια σου κραυγή, τὸν ἴσκιο σου νὰ βλέπω.
Θέλω, μὰ δὲν ἔχω φτερά, δὲν ἔχω κλαπατάρια,
καὶ τυραννιέμαι, καὶ πονῶ, καὶ σβυιέμαι νύχτα μέρα.

Παρακαλῶ σε, σταυραητέ, γιὰ χαμηλώσου ὀλίγο
καὶ δῶσ᾿ μου τὲς φτεροῦγες σου καὶ πάρε με μαζί σου,
πάρε με ἀπάνου στὰ βουνά, τὶ θὰ μὲ φάῃ ὁ κάμπος !

Τὸ κέντημα τοῦ μαντηλιοῦ

Στὴν ἄκρη τοῦ γιαλοῦ ξανθὴ κάθεται κόρη

κι ὡριόπλουμο λευκὸ χρυσοκεντάει μαντίλι,
μαντίλι τοῦ γαμπροῦ, τοῦ γάμου της κανίσκι.
Τὴν θάλασσα κεντάει, μὲ τὰ νησιά της ὅλα,
κεντάει τὸν οὐρανὸ μὲ τὰ λαμπρά του ἀστέρια,
τὴ γῆ μὲ τὰ πολλὰ καὶ μὲ τὰ ὡραῖα λουλούδια,
κεντάει κ᾿ ἕνα βουνό, ψηλὸ ψηλὸ καὶ μέγα:
τὸ χάραμα γλυκὰ προβάλει στὴν κορφή του
καὶ βάφεται ἡ κορφὴ καὶ τ᾿ οὐρανοῦ ἡ λουρίδα
ροδόλευκη, νερὰ καθάρια κι ἀσημένια
τὰ διάπλατα πλευρὰ ξετρέχουν κι αὐλακώνουν,
χιλιόχρονα, παλιά, βαθιά, ἰσκιωμένα ὀρμάνια
κεντάει στὶς λαγκαδιὲς μὲ πράσινο μετάξι
στοὺς ὄχτους, στὰ ριζά, κοπάδια ἀσπρολογᾶνε
καὶ φαίνονται οἱ βοσκοί, καὶ στ᾿ ὄμορφο κεντίδι
φλογέρες λὲς κι ἀκοῦς, λὲς καὶ γρικᾷς τραγούδια,
βελάσματα βραχνὰ καὶ ἠχοῦς ἀπὸ τρουκάνια.

Στὰ πόδια τοῦ βουνοῦ κεντάει γαλάζια λίμνη
μὲ καλαμιὲς χρυσές, ἕνας ψαρᾶς στὴν ἄκρη
πεζόβολον κρατεῖ καὶ δόλωμα ἑτοιμάζει,
κάμπον πλατὺν-πλατὺν μὲ σμαραγδένιο νῆμα
ὁλόγυρα κεντάει, στὴ μέση ἀπὸ τὸν κάμπο,
ποτάμι σιγαλὸ καὶ φιδωτὸ ξομπλιάζει,
μὲ δάφνες, μὲ μυρτιὲς καὶ μὲ δασιὰ πλατάνια,
μὲ ἀηδόνια, μὲ φωλιές, καὶ στὸ πανώριο ξόμπλι
τὸν φλοῖβο τοῦ νεροῦ θαρρεῖς κι ἀκοῦς, τῆς δάφνης
τὸν μύρο, τῆς μυρτιᾶς, θαρρεῖς ὅτι ἀνασαίνεις,
πὼς τὸν κελαηδισμὸ τῶν ἀηδονιῶν ξανοίγεις,
πὼς νιώθεις τὸ ἁπαλό της φυλλουργιᾶς μουρμούρι…
Στὴν ἀκροποταμιὰν ἀλάφι ζωγραφίζει,
ποὺ σκύφτει τὰ νερὰ νὰ πιεῖ, τὰ κρυσταλένια,
καί, ξάφνου, σαϊτιὰ στὴν πλάτη τὸ λαβώνει,
στρέφεται αὐτό, κοιτάει μὲ πόνο τὴν πληγή του,
πάσχει ν᾿ ἀπαλλαχτεῖ, δὲ δύνεται τὸ μαῦρο,
κι ἀπὸ τὸν οὐρανόν, ἀπὸ τὰ δένδρα γύρα
βοήθεια λὲς ζητάει…
Ὁλόυρα ἀπὸ τὸν κάμπο,
πλῆθος μικρὰ χωριὰ κεντάει, χωράφια ὀλλοῦθε
μὲ ὁλόχρυσα σπαρτά, μὲ θυμωνιές, μὲ ἁλώνια,
πράσινα ἀμπέλια ἀλλοῦ, μὲ κίτρινα σταφύλια,
κίτρινα σὰν φλουριά, κ᾿ ἔμορφα κοπελούδια,
ποὺ μπαίνουν μὲ πλεχτὰ καλάθια καὶ τρυγᾶνε.

Γάμον ἀρχοντικὸ σ᾿ ἕνα χωριὸ πλουμίζει,
μὲ νύφην, μὲ γαμπρό, μὲ φλάμπουρα, μὲ ψίκι,
δράκους ἀλλοῦ κεντάει, καὶ λάμιες καὶ νεράϊδες,
κεντάει κ᾿ ἕναν γιαλὸ μὲ ζαφειρένια πλάτια,
στὴν ἄκρη τοῦ γιαλοῦ τὴν ἴδια τὴν θωριά της
ὁλόφαντη ἱστορεῖ ἀπὸ ὀμορφιὰν καὶ νιότη
καὶ πλοῦτον καὶ ἀρχοντιά, καὶ στὰ λευκά της χέρια
τ᾿ ἀργόχειρο κρατεῖ, τ᾿ ὡριόπλουμο μαντίλι,
μαντίλι τοῦ γαμπροῦ, τοῦ γάμου της κανίσκι,
ἀνάρια τὸ κεντάει κι ὅλο τοῦ λέει τραγούδια:

-Μαντίλι πλουμερὸ καὶ χρυσοκεντημένο,
ποιὸς νἆναι τάχα ὁ νιὸς ὁποῦ θὰ σ᾿ ἀποχτήσει;
Ποιὸς νἆναι τάχα ὁ νιὸς ποὺ μ᾿ ἕνα δακτυλίδι,
μαντίλι μου ἀκριβό, κανίσκι θὰ σὲ πάρει;
Ποιὸς νἆναι τάχα ὁ νιός, ποὺ μ᾿ ἕνα φίλημά του,
γλυκὸ καὶ φλογερό, ἀπ᾿ τὸ λευκό μου χέρι
στὴν κλίνη τὴν ἁγνὴ θὰ μ᾿ ὁδηγήσει νύφην;
Ποιὸς νἆναι τάχα αὐτός; Πέτε μου, ἐσεῖς δεντράκια,
κ᾿ ἐσεῖς καλὰ πουλιά. Μουρμούρισέ μου ἀγάλια,
ἐσὺ ὡραῖε γιαλὲ καὶ γαλανὲ οὐρανέ μου !
Ἐσύ, φτερουγιαστέ, καθάριε λογισμέ μου,
γιατί δὲ μοῦ τὸν λές, γιατί δὲ μοῦ τὸν δείχνεις,
γιατί μία ὡραῖα βραδιὰ κρυφὰ δὲ μοῦ τὸν φέρνεις,
σὰν ὄνειρο χρυσό, γλυκὰ στὴν ἀγκαλιά μου;

Τὸ τραγούδι τοῦ τρυγητοῦ

Τὸ λέει ὁ πετροκότσυφας στὸ δροσερὸ τ᾿ αὐλάκι,
τὸ λὲν στὰ πλάια οἱ πέρδικες, στὴν ποταμιὰ τ᾿ ἀηδόνια,
τὸ λὲν στ᾿ ἀμπέλια οἱ λυγερές, τὸ λὲν μὲ χίλια γέλια,
τὸ λέει κ᾿ ἡ Γκόλφω ἡ ὄμορφη, τὸ λέει μὲ τὸ τραγούδι:
– Ἀμπέλι μου, πλατύφυλλο καὶ καλοκλαδεμένο,
δέσε σταφύλια κόκκινα, νὰ μπῶ νὰ σὲ τρυγήσω,
νὰ κάμω ἀθάνατο κρασί, μοσκοβολιὰ γιομάτο.
Μὲς στὰ κατώγια τὰ βαθιὰ σὰν μόσχο νὰ τὸ κρύψω,
νὰ τὸ φυλάξω ὀλάκαιρες χρονιές, ἀκέριους μῆνες,
ὥσπου νὰ ῾ρθεῖ μίαν ἄνοιξη, νἄρθει ἕνα καλοκαίρι,
νὰ γύρει ἀπὸ τὴ μακρινὴ τὴν ξενιτιὰ ὁ καλός μου.
Νὰ κατεβῶ μὲς στὴν αὐλή, νὰ πιάκω τ᾿ ἄλογό του,
νὰ τὸν φιλήσω ἀγκαλιαστὰ στὰ μάτια καὶ στὸ στόμα,
νὰ τὸν κεράσω, ἀμπέλι μου, τ᾿ ἀθάνατο κρασί σου,
τῆς ξενιτιᾶς τὰ βάσανα νὰ πᾶν, νὰ τὰ ξεχάσει.

Τραγούδι τοῦ ἀργαλειοῦ

Ἡ Ζερβοπούλα ἡ ὄμορφη κι ἀρχοντοδυγατέρα
στὸν ἀργαλιὸ τῆς ὕφαινε κι ἀνάρια ἐτραγουδοῦσε:
– Διασίδι, καλοδιάσιδο, γνεμένο στὸ νυχτέρι,
διασίδι μ᾿, ὄντας σ᾿ ἔγνεθα, τὸν συχνονειρεύομουν,
διασίδι, ὄντας σ᾿ ἐδιάζομουν, ἦρθεν ἀπὸ τὰ ξένα,
διασίδι, ὄντας σ᾿ ἐτύλιγα στὴν ἐκκλησιὰ τὸν εἶδα,
διασίδι, ὄντας σ᾿ ἐκόλναγα, μὄστειλεν ἀρραβῶνα.
Παῖξε ἀργαλιέ μου, βρόντησε, πέτα χρυσὴ σαΐτα,
τρίχτε καημένα χτένια μου, βαστᾶτε τὸν ἠχό μου,
νὰ βγοῦν τὰ ὑφάδια γλήγορα, νὰ ράψω τὰ προικιά μου,
γιατ᾿ ὁ καλός μου βιάζεται, βιάζεται νὰ μὲ πάρει !

Ὁ τρύγος

Ὅταν ἀνθίζ᾿ ἡ ἀγριάμπελη κι ἁπλώνει τὰ κλαδιά της
στὸ σκῖνο, στὸ χαμόδενδρο, στοῦ πεύκου τὰ κλωνάρια,
στὰ ρέματα τοῦ ποταμοῦ, στὸν ἐγκρεμὸ τοῦ βράχου,
κι ἀγέραν, κάμπους καὶ βουνά, τὴν πλάση πέρα ὡς πέρα
γιομόζει ἀπὸ μοσκοβολιὰ μὲ τὸν ἀνασασμό της,
πυκνὸ – πυκνὸ κι ὁλόμαυρο μελισσολόι πετιέται
μὲς ἀπὸ βράχους καὶ κρινιά, μὲς ἀπὸ ἐρμιὲς καὶ κήπους,
καὶ τ᾿ ἄνθη της βοσκολογᾷ καὶ παίρνει τὸν ἀχνό τους,
καὶ διαλαλάει μ᾿ ἕνα βοητὸ τὸν ἀναγαλιασμό του.

Ἔτσι οἱ κοπέλες τοῦ χωριοῦ πετιοῦνται ἀπὸ τὰ σπίτια
κ᾿ εἰς κάμπους κ᾿ εἰς βουνὰ σκορποῦν, κι ὅπ᾿ εἶναι ἀμπέλι τρέχουν
μὲ τὰ καλάθια τὰ πλεχτὰ καὶ μὲ τὰ βατοκόπια
καὶ μὲ τραγούδια, μὲ χαρές, ὅταν ἀρχίζει ὁ τρύγος.
Ἀναταράζονται οἱ ἐρμιές, ἀχολογοῦν τ᾿ ἀμπέλια,
λὲς κι ἀπὸ κάθε πέτρα ὀρθή, λὲς κι ἀπὸ κάθε βάτον,
ὅπου στὸ χόρτο σέρνεται, κόρης κορμὶ φυτρώνει.

Πράσινη ἁπλώνεται ἡ φυτιὰ κ᾿ οἱ ρόγες μεστωμένες,
μαῦρες καὶ κίτρινες, ξανθιές, μαυρολογοῦν, γιαλίζουν
στὴν πρώτη ἀχτίδα τοῦ ζεστοῦ τοῦ ἥλιου ὅπ᾿ ἀνατέλλει,
σὰν μαῦρα μάτια, σὰν χοντρὰ κλωνιὰ μαργαριτάρια.
Οἱ βέργες οἱ καμαρωτὲς λαμποκοποῦν κ᾿ ἐκεῖνες,
κ᾿ οἱ περογλιὲς ξαπλώνονται στὰ διάπλατα κρεββάτια,
καὶ στὴν πυκνή τους χλωρασιὰ καὶ στὸ βαθύ τους ἴσκιο
τὴν ἱδρωμένην ἀργατιὰ δροσίζουν, ἀνασαίνουν,
τὴν ἀργατιὰ ποὺ ὁλημερὶς ὅλο τρυγάει κι ἁπλώνει,

Τὴν ἀργατιὰ ποὺ λαχταρᾷ πότε νὰ πέσει ὁ ἥλιος,
πότε νὰ ἰσκιώσουν τὰ ριζά, νὰ δροσερέψει ὁ κάμπος.

Νάτος ὁ ἥλιος ποὺ ἔπεσε καὶ πάει νὰ βασιλέψει,
νάτα ποὺ ἰσκιῶσαν τὰ ριζὰ καὶ δροσερεύει ὁ κάμπος…

O ἥλιος χάθη ὁλότελα καὶ τὰ βουνὰ σουρπώσαν,
θόλωσαν τ᾿ ἀνοιχτὰ νερὰ κι ἀπάνω βγῆκαν τ᾿ ἄστρα…

Διπλὰ ἀνασαίν᾿ ἡ ἐργατιὰ κι ἀπαρατάει τὸ ἔργο,
κ᾿ ἐκεῖ ποὺ κληματόβεργες κι ἀπὸ παλιούργια φράχτες
καλύβι ὁλόρθο πλέκουνε, δεῖπνον ἁπλὸ κυκλώνουν,
καὶ τὸν ἁπλὸ τὸ δεῖπνο τους φωτάει θαμπὸ λυχνάρι.

Ὕστερα εἰς κάθε μιὰ φυτιά, κάθε ὄχτο, κάθε ἀμπέλι,
τρανὲς ἀνάβουνε φωτιὲς μὲς στ᾿ ἁπλωτὸ σκοτάδι.
Ὀλοῦρ᾿ – ὀλοῦρ᾿ ἀπ᾿ τὶς φωτιὲς σταίνουν χορὸ οἱ κοπέλες,
στρώνονται χάμου οἱ γέροντες κ᾿ οἱ νιοί, κι ἀπ᾿ ὅλους ἕνας
τοὺς συνοδεύει στὸ χορὸ μ᾿ ἕνα ἁπαλὸ τραγούδι
καὶ μ᾿ ἕνα λάλημα γλυκὸ – γλυκὸ τοῦ ταμπουρᾶ του.
Ὥσπου τ᾿ ἀστέρια τ᾿ οὐρανοῦ τὸ μεσονύχτι δείχνουν,
καὶ τότες οἱ χοροὶ χαλοῦν, σκορπᾶν οἱ δουλευτάδες.
Στρώνουν γιὰ στρώματα κλαδιὰ κι ἀποσταμένοι γέρνουν.

Κ᾿ ἐκεῖ ποὺ σβήνουν οἱ φωτιές, ἔρμες ἀνάρια – ἀνάρια,
τὸ νυχτοπούλι τ᾿ ἄγρυπνο γλυκὰ τοὺς νανουρίζει,
ὥσπου νὰ σκάσει ὁ αὐγερινός, ποὺ θὰ ξυπνίσουν πάλι,
πάλι στὸ ἔργο τους νὰ μποῦν, στὸν ζηλεμένο τρύγο.

Tραγούδι τῆς ξενιτιᾶς

Ἀνάθεμά σε, ξενιτιά, μὲ τὰ φαρμάκια πὄχεις !..
Θὰ πάρω ἕναν ἀνήφορο νὰ βγῶ σὲ κορφοβούνι,
νὰ βρῶ κλαράκι φουντωτὸ καὶ ριζιμιὸ λιθάρι,
νὰ βρῶ καὶ μία κρυόβρυση, νὰ ξαπλωθῶ στὸν ἴσκιο,
νὰ πιῶ νερὸ νὰ δροσισθῶ, νὰ πάρω λίγη ἀνάσα,
ν᾿ ἀρχίσω νὰ συλλογισθῶ τῆς ξενιτιᾶς τὰ πάθη,
νὰ εἰπῶ τὰ μαῦρα ντέρτια μου καὶ τὰ παράπονά μου.

Ἄνοιξε θλιβερὴ καρδιὰ καὶ πικραμένο ἀχείλι,
βγάλε κάνα χαμόγελο καὶ πὲς κάνα τραγούδι.

-Τραγούδια ἂν ἔχ᾿ ἡ μαύρη γῆ, κι ὁ τάφος χαμογέλια,
ἔχει καὶ τοῦ παιδιοῦ ἡ καρδιὰ ποὺ περπατεῖ τὰ ξένα.
Τὰ ξένα ἔχουν καημοὺς πολλοὺς καὶ καταφρόνια πλῆθος !
Στὰ ξένα δὲν ἀνθίζουνε τὴν Ἄνοιξη τὰ δέντρα,
καὶ δὲν λαλοῦνε τὰ πουλιά, ζεστὸς δὲ λάμπει ὁ ἥλιος,
δὲ φυλλουριάζουν τὰ βουνά, δὲν πρασινίζει ὁ κάμπος,
καὶ δὲ δροσίζει τὸ νερό, καὶ τὸ ψωμὶ πικραίνει !

Στὰ ξένα, ποιὸς θὰ σὲ χαρεῖ καὶ ποιὸς θὰ σὲ γελάσει;
Ποὖν᾿ τῆς μανούλας τὰ φιλιά, τὰ χάδια τοῦ πατέρα;
Ποὖναι τὰ γέλια τ᾿ ἀδερφοῦ κ᾿ ἡ συντροφιὰ τοῦ φίλου;
Ποὖν᾿ τῆς ἀγάπης οἱ ματιὲς καὶ τὰ γλυκὰ τὰ λόγια;

Ἂν ἀρρωστήσεις, ποιὸς θαρθεῖ στὴν ξενιτιὰ σιμά σου,
νὰ σὲ ρωτᾷ τὸν πόνο σου, τὰ γιατρικὰ νὰ δίνει;
στὸ ἔρμο σου προσκέφαλο νὰ ξενυχτάει μαζί σου;
Κι ἂν ἔρθει μέρ᾿ ἀγλύκαντη στὰ ξένα νὰ πεθάνεις,
ποιὸς θὰ βρεθεῖ στὸ πλάι σου τὰ μάτια νὰ σοῦ κλείσει;
Ποιὸς θὰ σοῦ λούσει τὸ κορμί, ποιὸς θὰ σὲ σαβανώσει;
Στὸ λειψανό σου ποιὸς θἀρθεῖ λουλούδια νὰ σὲ ράνει;
Καὶ ποιὸς μὲ πόνο θὰ ριχτεῖ στὸ νεκροκρέββατό σου
γιὰ νὰ σὲ κλάψει; Ποιὸς θὰ εἰπεῖ γιὰ σένα μοιρολόγι;
Ἄχ! πῶς τοὺς θάφτουν, νἄξερες, καὶ πῶς τοὺς πᾶν᾿ τοὺς ξένους !..
Χωρὶς λιβάνι καὶ κηρί, χωρὶς παπὰ καὶ ψάλτη!

Ἀνάθεμά σε, ξενιτιά, μὲ τὰ φαρμάκια πὄχεις !..

Ποῦ νὰ τὸν πῶ τὸν πόνο μου, ποῦ νὰ τὸν ἀπορίξω;
Νὰ τὸν εἰπῶ στὰ τρίστρατα, τὸν παίρνουν οἱ διαβάτες,
νὰ τὸν ἀφήσω στὰ κλαριά, τὸν παίρνουν τ᾿ ἀγριοπούλια!..
Κι ἂν κλάψω, τὰ φαρμακερὰ τὰ δάκρια ποῦ νὰ πέσουν;
Ἂν πέσουνε στὴ μαύρη γῆ, χορτάρι δὲν φυτρώνει,
ἂν πέσουνε στὸν ποταμό, ὁ ποταμὸς θὰ στύψει,
ἂν πέσουνε στὴ θάλασσα, πνίγουνται τὰ καράβια,
κι ἂν τὰ βαστάξω στὴν καρδιά, μὲ καῖν᾿ μὲ φαρμακώνουν !

Ἀνάθεμά σε ξενιτιά, μὲ τὰ φαρμάκια πὄχεις !..

Ἤθελα νἄμουν τσέλιγκας

Ἤθελα νἄμουν τσέλιγκας, νἄμουν κι ἕνας σκουτέρης,
νὰ πάω νὰ ζήσω στὸ μαντρί, στὴν ἐρημιά, στὰ δάσα,
νἄχω κοπάδι πρόβατα, νἄχω κοπάδι γίδια,
κ᾿ ἕνα σωρὸ μαντρόσκυλα, νἄχω καὶ βοσκοτόπια,
τὸ καλοκαίρι στὰ βουνά, καὶ τὸν χειμῶ στοὺς κάμπους.
Νἄχω ἀπὸ πάλιουραν βορὸ καὶ στρούγγα ἀπὸ ροδάμι,
νἄχω καὶ σὲ ψηλὴν κορφὴ καλύβα ἀπὸ ρουπάκια,
νἄχω μὲ τὰ βοσκόπουλα σὲ κάθε σκάρον γλέντι,
νἄχω φλογέρα νὰ λαλῶ, ν᾿ ἀντιλαλοῦν οἱ κάμποι,
νἄχω καὶ κόρη ὄμορφη, στεφανωτήν μου νἄχω,
νὰ μοῦ βοηθάει στὸ σάλαγο, νὰ μοῦ βοηθάει στὰ γρέκια,
κι ὄντας θὰ τὰ σταλίζουμε τὰ δειλινὰ στοὺς ἴσκιους,
στῆς ρεματιᾶς τὴ χλωρασιὰ μαζί της νὰ πλαγιάζω,
νὰ μὲ κοιμίζει μὲ φιλιὰ στοὺς δροσερούς της κόρφους.

Πόθοι

Θ. Πασχίδη ἀδελφῷ
θανόντι ἐν ἐξορίᾳ

Ἤθελα νἄμουν σταυραητός, νὰ πέταγα τ᾿ ἀψήλου,
ν᾿ ἀνέβαινα στὴ Λιάκουρα, κατάκορφα στὴ ράχη,
νἄριχνα ἐκεῖθε μία ματιά, ν᾿ ἀγνάντευα τὸν Πίνδο,
νὰ ἰδῶ πῶς μοῦ τὸν ἔκαμαν τὰ χρόνια κ᾿ ἡ σκλαβιά του.
Ποιὸς λέει δὲν κλαῖνε τὰ βουνά; Ποιὸς λέει πὼς δὲν γεράζουν;…
Χιόνια καὶ κρούσταλλα παλιά, γεράματα γιομάτα,
σκεπάζουνε τὸν Πίνδο μου, καὶ καταχνιὲς τὸν πνίγουν·
κι ἀκούγω, ἀκούγω ἀπὸ μακρυά, ἀκούγω ἀπὸ τὰ ξένα
τῆς γερατειᾶς του τὸ σκουσμό, τὸ κλάμμα τῆς σκλαβιᾶς του.
Ἄχ ! πότε αὐτὸ τὸ σκούξιμο, τρανὴ κραυγὴ θὰ γίνει,
κραυγὴ ἀνήμερου θεριοῦ, ἐκδίκηση γιομάτη,
νὰ μάσει ἀπὸ τὴν ξενιτιὰ τὰ ἔρμα τὰ παιδιά σου,
τ᾿ ἀστροπελέκια σου ἄρματα, Πίνδε, νὰ μᾶς μοιράσεις,
μία μέρα, ν᾿ ἀναστήσουμε τὴ δόλια μας πατρίδα !…
Ἄχ ! πότε ἡ καταχνιά σου αὐτὴ κι ἡ τόση σου θολούρα,
ποὺ τώρα στὸ ἀτέλειωτο σάβανο σὲ τυλίγει,
πότε νὰ γίνει θὰ τὴν δῶ καπνούρα ἀπὸ ντουφέκια !…
Καὶ πότε αὐτὸς ὁ ἥλιος σου, ποὖναι νεκρὸς καὶ κρύος,
πότε μία μέρα θὲ νὰ βγεῖ ζεστὸς μέσ᾿ στὲς κορφές σου,
νὰ λυώσουνε τὰ κρούσταλλα καὶ τὰ πολλά σου χιόνια,
καὶ φυτρώσουν, μία ἄνοιξη, μαζὶ μὲ τὰ λουλούδια,
ἀρματωμένα, Πίνδε μου, τὰ νιάτα τὰ παλιά σου!…

Ἀττικὸν Μουσεῖον, τόμος 3, ἀρ. 14 (1890), σ. 143.

Ἡ ποδιὰ τῆς Μαριῶς

Πλένει ἡ Μαριὼ στὸν ποταμό, πλένει τὲς φορεσιές της,
κι οἱ ὀμορφιές της λάμπουνε, κι ἀστράφτουν στὸ κορμί της
ἀράδες τ᾿ ἀσημόκουμπα κι ἀράδες τὰ γιουρντάνια,
καὶ στὰ καθάρια τὰ νερὰ τὰ πόδια της ἀσπρίζουν
σὰν νἆταν μὲ τριαντάφυλλα καὶ γάλα ζυμωμένα.
Περνοῦν ἐκεῖθε πιστικοὶ καὶ κυνηγοὶ διαβαίνουν,
κι ἄλλοι τὴν λὲν Λιογέννητη, ἄλλοι τὴν λὲν Νεράιδα.
Πέρασε κ᾿ ἕνας σταυραετός, πέρασε ἀπάνω ἀπάνω,
καὶ σὰν νὰ νοιάστηκε κι αὐτὸς τὴν ὀμορφιὰ τῆς κόρης,
χαμήλωσε ὡς στὸν ποταμὸ κι ἁρπάζει τὴν ποδιά της,
τὴ λαχουριά της τὴν ποδιά, τὴ χρυσοκεντημένη,
ποὖχε ξομπλιάσει ἀπάνω της τὸν οὐρανὸ μὲ τ᾿ ἄστρα,
καὶ σκούζει ἡ ἄμοιρη Μαριὼ καὶ κλαίει τὴν ποδιά της.
Ὁ σταυραετὸς μεσουρανὶς χάθηκε μέσ᾿ στὰ ἀστέρια.
Σὲ λίγες μέρες ὕστερα ταράχθηκεν ἡ χώρα,
παγάνα πῆραν τὰ χωριὰ τοῦ βασιλιᾶ οἱ ἀνθρῶποι
καὶ δείχνουνε στὲς λυγερὲς ποδιὰ γεμάτη ἀστέρια,
καὶ σ᾿ ὅποιας πιάσει τὸ κορμί, καὶ ὅποια τὴν πεῖ δική της,
ἐκείνη θὰ τὴν πάρουνε μαζί τους στὸ παλάτι.
Πέρασαν, πέρασαν χωριὰ τοῦ βασιλιᾶ οἱ ἀνθρῶποι,
δείχνοντας τὴ χρυσὴ ποδιά, κι οὔτε κι εὑρέθη κόρη
νὰ τῆς ταιριάζει στὸ κορμὶ καὶ τὴν πεῖ δική της.
Καὶ στῆς Μαριῶς πᾶν τὸ χωριὸ καὶ δείχνουνε στὲς κόρες
ἀράδα ἀράδα τὴν ποδιά, καὶ τὴν γνωρίζουν ὅλες.
Μέσα στὲς ἄλλες ἔρχεται καὶ τῆς Μαριῶς ἡ ἀράδα,
καὶ κοκκινίζει ἀπὸ χαρὰ καὶ παίρνει καὶ τὴν ζώνει,
τήνε γνωρίζουνε μὲ μιᾶς τοῦ βασιλιᾶ οἱ ἀνθρῶποι,
καὶ τήνε παίρνουνε μαζί, τὴν φέρνουν στὸ παλάτι.
Παίρνουν αὐτοὶ τὸ τάμα τους, κι ὁ βασιλιὰς τὴν κόρη.

Ἡμερολόγιον Σκόκου, τόμος 6 (1891), σ. 113.

Ἡ νησιωτοπούλα

Νησιωτοπούλα κάθεται σὲ μαρμαρένιον πύργο,
μὲ κέντημα στὰ χέρια της, μ᾿ ἀγάπη στὴν καρδιά της.
Φορὲς-φορὲς τὸ κέντημα κεντοῦσε μὲ τραγούδια,
φορὲς-φορὲς πισώριχνε τὰ ξέπλεγα μαλλιά της.
Κι ἀγνάντευε τὸ πέλαγος π᾿ ἁπλώνετο μπροστά της,
καὶ γκαρδιακὰ ἀναστέναζε κ᾿ ἐχτύπαγε τὰ στήθια,
γιατ᾿ ἀγριεμένο τὄβλεπε, μαῦρο, φουρτουνιασμένο·
κι αὐτὴ εἶχε λόγο, στὸ γιαλὸ νὰ κατεβεῖ τὸ βράδυ,
κι ἀπ᾿ τὸ νησὶ τ᾿ ἀντικρυνό, ποὺ χάνεται στὸ κύμα,
ὁ ἀγαπημένος της νἀρθεῖ, νὰ ποῦν τὸν ἔρωτά τους.
Ὁ ἥλιος ἐβασίλεψε· σκοτάδιασε, νυχτώνει.
Τὸ κέντημά της τ᾿ ὄμορφο ἀπαρατάει ἡ κόρη,
καὶ κατεβαίνει στὸ γιαλὸ καὶ τὸν ἀκαρτεράει.
Μαυρολογᾶνε τὰ βουνά, καὶ σύγνεφα μεγάλα
σκεπάζουνε στὸν οὐρανὸ τ᾿ ἀστέρια πέρα πέρα,
φυσομανάει τὸ πέλαγο, τὰ κύματα βογγοῦνε,
κι ὅταν τὰ νέφια ἀστράφτουνε, δείχνουν κορφὲς ἀφράτες,
καὶ δὲν γροικιέται πουθενὰ τ᾿ ἀγαπημένου ἡ βάρκα.
Κάθεται ἡ νιὰ κι ἀκαρτέρει στ᾿ ἀκρογιαλιοῦ τὰ βράχια.
Τὰ μακρυά της τὰ μαλλιὰ τὰ κυματίζει ὁ ἀγέρας,
καὶ σποῦνε μέσ᾿ στὰ πόδια της τὰ κύματα μὲ βόγγο.
Ὧρες τηράει τὸ πέλαγο, ὧρες τηράει μπροστά της,
νέφια καὶ κύματα μαζὶ συχνορωτάει μὲ πόνο,
ἂν εἶδαν κάπου νάρχεται τ᾿ ἀγαπημένου ἡ βάρκα.
Τὰ σύγνεφα μένουν βουβά, τὰ κύματα βογγοῦνε,
κι ἀναστενάζουνε βαριὰ-βαριὰ τῆς νιᾶς τὰ στήθια.
Φυσομανάει ἡ θάλασσα, τὰ κύματα βογγοῦνε,
κ᾿ ἕνα μὲ τ᾿ ἄλλο σπρώχνονται καὶ σπάνουν στ᾿ ἀκρογιάλι·
κ᾿ ἐκεῖ ποὺ ἡ κόρη τὰ ρωτᾶ, βλέπει ἕνα θεριωμένο
νὰ ψηλωθεῖ, νὰ ψηλωθεῖ, τὰ βράχια νὰ περάσει,
καὶ νὰ τὴν πνίγει στὸν ἀφρό. Τραβιέται ἡ κόρη πίσω,
καὶ κλειώντας τὴν ἀγκάλη της, ποὺ ὁλάνοιχτη βαστοῦσε
τὸν ἀκριβό της νὰ δεχθεῖ, σφίγγει στὰ στήθια ἀπάνου
παραδαρμένο ἕνα κορμί, καὶ ἄψυχο, καὶ κρύο.
Ταχιὰ ἡ φουρτούνα ἡσύχασε, τὰ κύματα μερέψαν,
καὶ οἱ ψαράδες πὤριχναν στὸ πέλαγο τὶς βάρκες,
στ᾿ ἀκρογιαλιοῦ τὰ χώματα καὶ μέσ᾿ στὰ βράχια βρίσκουν
παραριγμένα δύο κορμιὰ καὶ σφιχταγκαλιασμένα.

Ἀττικὸν Μουσεῖον, Τόμος 3, Ἄρ. 9 (1890),
Ἡμερολόγιον Σκόκου, Τόμος 6 (1891), σ. 89.

Τὸ μαρμαρωμένο βασιλόπουλο

Ἕνα παλάτι ἀδιάβατο κλειστὸ καὶ ρημαγμένο
πανώρῃο βασιλόπουλο βαστάει μαρμαρωμένο.
Δέρν᾿ ἡ θολοῦρα, ἡ χειμωνιὰ τὸ ἔρμο τὸ παλάτι,
κι᾿ οὐδὲ μιλάει τὸ μάρμαρο, οὐδὲ κι᾿ ἀνοίγει μάτι.
Λάμπει ὁ ἥλιος, κελαϊδοῦν τῆς ἄνοιξης τ᾿ ἀηδόνια,
κι᾿ ἐκεῖνο μένει ἀσάλευτο, βουβὸ ἀπὸ τόσα χρόνια.
Κἄποια νεράϊδα τῆς ἐρμιᾶς καὶ μάγισσα ὠργισμένη
τὸ καταράστηκε βαρειὰ καὶ μάρμαρο ἔχει γένει.
Καὶ τὸ παλάτι ἐρήμαξε, τὸ σκέπασαν τὰ δάση
κι᾿ ὡς τώρα πόδι ἀνθρωπινὸ δὲν ἔχει ἐκεῖ περάσει.
Μονάχα ὁ χρόνος, ποὺ περνάει ὁλημερὶς μπροστά του,
ἔγραψε μέσ᾿ στὸ μάρμαρο μαζὶ μὲ τ᾿ ὄνομά του:
«Χαρὰ στὴ νειὰ τὴν ὤμορφη ποὺ ἡ μοῖρα θὰ τῆς δείξῃ
τὸ σιδερόχορτο νὰ βρῇ, τὴν πόρτ᾿ αὐτὴ ν᾿ ἀνοίξῃ,
ν᾿ ἀγκαλιαστῇ τὸ μάρμαρο, σιμά του ν᾿ ἀγρυπνήσῃ
σαράντα δυὸ μερόνυχτα, γλυκὰ νὰ τὸ ξυπνήσῃ».
Εἶνε παλάτι ἐρημικὸ κι᾿ ἀπόκλειστο ἡ καρδιά μου,
μαρμαρωμένον βασιληᾶ βαστάει τὸν ἔρωτά μου.
Χαρὰ στὴ νειὰ τὴν ὤμορφη, ποὺ τὴν καρδιὰ θ᾿ ἀνοίξῃ
καὶ μὲ τὸ κρύο τὸ μάρμαρο τὰ χείλη της θὰ σμίξῃ.

Ἡ καπετάνισσαἩ Ρούσιω ἡ καπετάνισσα, τοῦ Γέρω-Δήμου ἡ νύφη,
στὰ παραθύρια κάθεται, τοὺς κάμπους ἀγναντεύει
κι ἀναστενάζει ἀπ᾿ τὴν καρδιὰ καὶ μὲ τὸ νοῦ της λέει:
– Μάνα μὲ κακοπάντρεψες καὶ μ᾿ ἔδωκες σὲ κλέφτη,
ποὺ βρίσκεται στὸν πόλεμο ἀπ᾿ τὴν αὐγὴ ὡς τὸ βράδυ,
κι᾿ ἀπὸ τὸ βράδυ ὡς τὴν αὐγὴ φυλάει στὸ καραοῦλι,
καὶ δὲν τὸν εἶδα μιὰ φορὰ νὰ κοιμηθῇ σιμά μου.
Ἐγὼ τουφέκια σκιάζουμαι, τ᾿ ἄρματα ἐγὼ τὰ τρέμω.,
γιὰ νὰ τὰ ζώσω στὸ κορμὶ νὰ πάω ἀπὸ κοντά του,
κι ἐχτίκιασαν τὰ στήθια μου, ἐμάλλιασε ἡ καρδιά μου,
μαράθηκαν τὰ νειᾶτα μου κι ἡ ἐμορφιά μου ἐχάθη.
σὰν τί τὰ θέλω τὰ φλουριὰ καὶ τὰ βαρειὰ γιουρντάνια,
σὰν τί τὰ θέλω τὰ χρυσᾶ κι ἀσημωμένα ροῦχα,
σὰν δὲν κοιμοῦμαι μιὰ φορὰ στὸ πλάϊ τοῦ καλοῦ μου;
Νἄμουνα κάλλια πιστικά, κάλλια θερίστρα νἄμουν,
παρὰ ἡ καπετάνισσα τοῦ Γέρο-Δήμου ἡ νύφη.
Γιὰ ἰδὲς θερίστρες, πιστικιές, ὁλημερὶς γυρνᾶνε
στὰ ρέματα στῂς λαγκαδιές, στοὺς κάμπους καὶ στὰ πλάγια
μὲ τὸν καλό τους στὸ πλευρὸ καὶ μὲ μικρὰ στὰ χέρια·
κι ἐγὼ κλεισμένη μοναχὴ ψηλὰ στὰ κορφοβούνια,
τὰ λερωμένα του σκουτιὰ μπεζέρισα νὰ πλένω,
κι᾿ ὥρα τὴν ὥρα μὲ καρδιὰ καταλαχταρισμένη
τὸν καπετάνο καρτερῶ τόσες βραδειὲς κι᾿ αὐγοῦλες,
πότε νὰ τὸν ἰδῶ γερὸς ν᾿ ἀφήσῃ τὰ λημέρια,
νἀρθῇ στὸ σπίτι μιὰ φορά, νὰ κοιμηθοῦμε ἀντάμα !


Κώστας Κρυστάλλης

Ὁ Κώστας Κρυστάλλης, γράφει ὁ Γρηγόριος Ξενόπουλος, ἦτο γνήσιος καλλιτέχνης. Δὲν ἔγραψε μίαν σελίδα, μίαν γραμμὴν χωρὶς τὴν σφραγῖδα τῆς ἰδιοφυοῦς ψυχῆς του. Καὶ τὰ πεζά του καὶ τὰ ἔμμετρα, καὶ αὐτὰ ἀκόμη τὰ εἰς ἁπλὴν καὶ ἀνεπιτήδευτον καθαρεύουσαν γραμμένα – διότι ἀπ᾿ ἀρχῆς ὁ ποιητὴς δὲν εἶχε κατανοήσει ὅτι αἱ λαϊκαί του ἐμπνεύσεις παντοῦ καὶ πάντοτε, μόνον διὰ τῆς λαϊκῆς γλώσσης, ἦτο δυνατὸν ν᾿ ἀποδοθοῦν καὶ ἐταλαντεύετο ζητῶν τὸν ἀληθῆ δρόμον, ὅπως ὁ ἀεροπόρος πρὶν ἀναλάβει τὴν πρὸς τὰ ὕψη πορείαν- ὅλα μαρτυροῦν ὅτι ὁ Κρυστάλλης ἔβλεπε καὶ ἠσθάνετο βαθέως, εἰλικρινῶς, ἀνθρωπίνως, ἄνευ τῆς μεσολαβήσεως ξένων ἀναγνωσμάτων, ἀπηλλαγμένος πάσης μιμήσεως, παντὸς ψιττακισμοῦ.


Μὲ τὸν Κώστα Κρυστάλλη ἡ ἑλληνικὴ ποίηση, ποὺ ὡς τότε ἦταν κυρίως ρομαντικὴ, βρῆκε μιὰ καινούρια νότα, εὔρωστη, λεβέντικη καὶ γνήσια ἑλληνική.

Μᾶς ζωντάνεψε τὸν κόσμο τοῦ χωριοῦ καὶ τῆς στάνης, τοῦ βουνοῦ καὶ τοῦ δάσους, τῆς ὀρεινῆς ὀμορφιᾶς καὶ τῆς ἐθνικῆς μας παράδοσης. Ἦταν μιὰ σημαντικὴ στροφὴ τῆς ποιητικῆς ἔμπνευσης πρὸς τὴν ντόπια παράδοση καὶ μάλιστα μὲ τὰ μέτρα ποὺ ἦταν σὲ χρήση καὶ στὸ δημοτικὸ τραγούδι, μὲ τὸν λαϊκὸ δεκαπεντασύλλαβο.

Ἡ ποίηση αὐτὴ ἀγαπήθηκε ἀμέσως ἀπὸ τὸ ἑλληνικὸ κοινὸ καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ ἀγαπιέται ἀκόμα, ὅπως ἀγαπήθηκε καὶ ὁ ποιητής, στὸν ὁποῖο ἡ λατρεία τοῦ κοινοῦ ἔχει στήσει ὡς σήμερα τέσσερεις προτομὲς (στὴν Πεντέλη, στὴν Ἄρτα, στὰ Γιάννενα καὶ στὴ Λάρισα).

Στὴν προτίμηση αὐτὴ συνετέλεσαν ἀσφαλῶς καὶ οἱ δραματικὲς συνθῆκες κάτω ἀπὸ τὶς ὁποῖες ἔζησε ὁ ποιητής, ποὺ πέθανε ἄλλωστε πολὺ νέος, σχεδὸν παιδί, μόλις εἴκοσι ἕξι χρονῶν.

Γεννήθηκε στὸ Συρράκο τῆς Ἠπείρου τὸ 1868, ἀπὸ οἰκογένεια ποὺ εἶχε προσφέρει πολλὰ στὴν ὑπόθεση τῆς πατρίδας. Ὅταν τελείωσε τὸ δημοτικό, κατέβηκε στὰ Γιάννενα, νὰ μπεῖ στὴ Ζωσιμαία Σχολή. Στὴν πόλη αὐτὴ ἔμενε καὶ ὁ πατέρας του, πλούσιος ἔμπορος ἄλλοτε, ποὺ ἄρχισε ὅμως νὰ ξεπέφτει μετὰ τὸ 1881.

Ἕνας πράκτορας τῆς ῥουμανικῆς προπαγάνδας ζήτησε τότε ἀπὸ τὸ γερο-Κρυστάλλη, νὰ τοῦ δώσει τὸν Κώστα νὰ τὸν στείλει γιὰ δωρεὰν σπουδὲς στὸ Βουκουρέστι. Μὲ τὴν πρόταση αὐτὴ ὁ πατέρας πληγώθηκε στὴν ἐθνικὴ φιλοτιμία του καὶ μάλιστα ἐράπισε τὸν πράκτορα.

Τὰ ἴδια πατριωτικὰ αἰσθήματα εἶχε καὶ ὁ νεαρὸς μαθητὴς-ποιητής, ὁ ὁποῖος εἶχε τελειώσει τότε ἕνα πρωτόλειο «ἐπύλλιον», μὲ τὸν τίτλο: «Αἱ Σκιαὶ τοῦ Ἅδου».

Ἡ ποιητικὴ αὐτὴ σύνθεση, μολονότι ἄτεχνη, παλλόταν ἀπὸ πατριωτικὴ ἔξαρση. Ὁ πράκτορας τῆς ῥουμανικῆς προπαγάνδας βρῆκε τὴν εὐκαιρία νὰ ἐκδικηθεῖ. Κατάγγειλε τo ἔργο στὸν Τοῦρκο στρατιωτικὸ διοικητή, ὁ ὁποῖος διέταξε τὴ σύλληψη τοῦ νεαροῦ Κρυστάλλη. Οἱ συμμαθητές του τῆς Ζωσιμαίας τὸν βοήθησαν νὰ κρυφτεῖ, καὶ ὕστερα ἀπὸ μεγάλες περιπέτειες, τὰ Χριστούγεννα τοῦ 1888, κατόρθωσε νὰ περάσει τὰ σύνορα καὶ νὰ καταφύγει στὴν Ἀθήνα.

Ἡ ἀγωνιώδης προσπάθειά του νὰ πετύχει κάποια ὑποτροφία, γιὰ νὰ τελειώσει τὴν τελευταία τάξη τοῦ Γυμνασίου, δὲν ἔφερε ἀποτέλεσμα. Καὶ ἐπειδὴ πλέον ἀντιμετώπιζε θέμα πείνας, ἀναγκάστηκε νὰ ἐργαστεῖ ἐπὶ δυὸ χρόνια ὡς τυπογράφος σ᾿ ἕνα σκοτεινὸ ὑπόγειο. Ἀργότερα ἐργάστηκε γιὰ μερικοὺς μῆνες ὡς συντάκτης στὸ περιοδικὸ «Ἑβδομὰς» τοῦ Ἰωάννου Δαμβέργη καὶ ὕστερα ὡς ὑπάλληλος τῶν ἐκδοτηρίων στοὺς Σιδηροδρόμους Πελοποννήσου. Ἡ ὑγεία του ὅμως εἶχε κλονιστεῖ ἀνεπανόρθωτα. Προσβλήθηκε ἀπὸ φυματίωση καὶ πέθανε στὴν Ἄρτα τὸν Ἀπρίλιο τοῦ 1894, σὲ ἡλικία εἴκοσι ἕξι χρονῶν.

Μόνος, ἀβοήθητος, ἄρρωστος, χωρὶς ἐφόδια, ἀλλὰ μὲ τεράστια πίστη καὶ ζῆλο, ὁ νεαρὸς αὐτὸς ἐξόριστος, ἕνα χωριατόπουλο ἄπραγο, χαμένο στὴ μεγαλούπολη, πέτυχε νὰ φέρει ἕνα ῥυάκι δροσερὸ νερό, ἀπὸ τὴ βουνίσια ὀμορφιὰ μέσα στὴν ἀδιάφορη Ἀθήνα. Πέτυχε νὰ ἐπιβάλει τὶς ποιμενικὲς ἀναμνήσεις του, νὰ μᾶς γνωρίσει τὸ κάλλος τῆς ἀγροτικῆς ζωῆς, νὰ μᾶς ξυπνήσει τὴν πατριωτικὴ φλόγα καὶ νὰ δημιουργήσει μιὰ δική του παράδοση, ποὺ τοῦ ἐξασφάλισε ἰδιαίτερη θέση στὴν ἱστορία τῆς ἑλληνικῆς λογοτεχνίας.

Ἀναστημένος στὴ σκλαβιά, ὕμνησε τὴν ἐλευθερία. Καὶ χάνοντας τὶς ὀμορφιὲς τῆς ὀρεινῆς Ἠπείρου, ποὺ δὲν ἐπρόκειτο νὰ ξαναδεῖ, (οἱ Τοῦρκοι τὸν εἶχαν καταδικάσει ἐρήμην 25 χρόνια ἐξορία στὸ φεζάν), ἔκανε τραγούδι τὴ νοσταλγία του. Ὑπάρχει πολὺ πάθος καὶ πολλὴ ἀλήθεια μέσα στοὺς στίχους του, γι᾿ αὐτὸ καὶ μᾶς δίνουν μιὰ γνήσια συγκίνηση.

Ἡ ἐργατικότητά του ἐξάλλου ὑπῆρξε χωρὶς προηγούμενο. Παρὰ τὶς δυσκολίες καὶ τὶς ἀντιξοότητες τοῦ βίου του, ἔγραψε μέσα σὲ μιὰ πενταετία τόσα, ὅσα ἄλλοι χρειάστηκαν ὁλόκληρη ζωὴ, γιὰ νὰ τὰ γράψουν.

Ἐξέδωσε τὶς ποιητικὲς συλλογές: «Τὸ ἐπύλλιον», «Ὁ καλόγερος τῆς Κλεισούρας τοῦ Μεσολογγίου» (1889). Μετὰ ἦλθαν τὰ «Ἀγροτικά» (1891), ὁ «Τραγουδιστὴς τοῦ χωριοῦ καὶ τῆς στάνης» (1893).

Τὰ «Ἀγροτικά» τιμήθηκαν μὲ ἔπαινο στὸν Α´ φιλαδέλφειο Διαγωνισμὸ καὶ ὁ «Τραγουδιστὴς» μὲ πρῶτο καὶ θερμότατο ἔπαινο στὸν Β´ φιλαδέλφειο διαγωνισμό. Ἡ κρίση θεωρήθηκε ἄδικη. Μὰ ἔδωσε τὴν εὐκαιρία στοὺς φιλολογικοὺς κύκλους τῆς Ἀθήνας νὰ ξεσπαθώσουν μὲ ἐνθουσιασμὸ ὑπὲρ τοῦ Κρυστάλλη. Ἰδιαίτερη βαρύτητα εἶχε τὸ ἄρθρο τοῦ Βλ. Γαβριηλίδη στὴν «Ἀκρόπολη», ποὺ ἔπιανε ὁλόκληρη τὴν πρώτη σελίδα τῆς ἐφημερίδας.

Πέρα ἀπὸ τὴν ποίηση ἀσχολήθηκε ἀκόμα μὲ τὸ διήγημα καὶ δημοσίευσε τὴ συλλογή: «Πεζογραφήματα» (1894), ὅπου βλέπουμε ἐπίσης νὰ μοσκοβολάει ἡ νοσταλγία γιὰ τὴ χαμένη πατρίδα καὶ ἡ ἁπλότητα τῆς βουνίσιας ψυχῆς. Μιὰ ἐκτεταμένη ἱστορικο-λαογραφικὴ μελέτη γιὰ τοὺς «Βλάχους τῆς Πίνδου» (τὸ ὑλικὸ τῆς ὁποίας ὁ Κρυστάλλης ἑτοίμαζε ἀπὸ μαθητὴς) μᾶς δείχνει τὶς σημαντικὲς δυνατότητές του, ποὺ δὲν πρόλαβαν νὰ ἀξιοποιηθοῦν. Οἱ τελευταῖες ποιητικὲς συνθέσεις του: (Γκόλφω, Ψωμαπάτης) ἔμειναν μισοτελειωμένες.

Μερικὰ ἄλλα ἔργα του χάθηκαν ὁριστικὰ (κάηκαν στὴ φωτιὰ ἀπὸ τὴ σπιτονοικοκυρά του, ὅταν ἔμαθε ὅτι ἦταν φυματικός). Μιὰ πλήρη βιογραφία τοῦ ποιητῆ, σὲ μορφὴ μυθιστορήματος, ἐκδόθηκε ἀπὸ τὸν ἐκλεκτὸ λογοτέχνη Μιχάλη Περάνθη μὲ τὸν τίτλο: «Ὁ Τσέλιγκας».

Toggle title

+

Α Ν Α Λ Υ Τ Ι Κ Α :

Κώστας Κρυστάλλης

 

Κώστας Κρυστάλλης
Kostas Krystallis.jpg
Όνομα Κώστας Κρυστάλλης
Γέννηση 1868
Συρράκο
Θάνατος 22 Απριλίου 1894
Άρτα
Επάγγελμα/
ιδιότητες
δημιουργός γραπτών έργων, συγγραφέας και ποιητής
Εθνικότητα Έλληνας
Υπηκοότητα Ελληνική

Ο Κώστας Κρυστάλλης ή Κρουστάλλης (18681894)[1] ήταν Έλληνας ποιητής και πεζογράφος της Νέας Αθηναϊκής σχολής.

Βίος

Ο Κώστας Κρουστάλλης γεννήθηκε στο Συρράκο της Ηπείρου το 1868, όπου και έζησε μέχρι τα δώδεκα. Ο πατέρας του, Δημήτρης Κρουστάλλης, ήταν έμπορος κτηνοτροφικών προϊόντων του Συράκου, με έδρα τα Ιωάννινα, σε όλη την Ήπειρο. Μητέρα του ήταν η Ιωάννα Ψαλλίδα και είχε άλλα τέσσερα αδέλφια, ενώ ο ίδιος ήταν πρωτότοκος.[2] Τα στοιχειώδη γράμματα τα μαθαίνει στο μεικτό δημοτικό σχολείο του χωριού του. Το 1880 γράφτηκε στη Ζωσιμαία Σχολή των Ιωαννίνων. Την ίδια χρονιά η μητέρα του πεθαίνει. Φοιτά στις τέσσερις τάξεις του Ελληνικού Σχολείου της Ζωσιμαίας και στην Α΄τάξη του Γυμνασίου, οπότε και έμεινε επανεξεταστέος, στα 1885. Διακόπτει και αυτό σχετίζεται μάλλον με την ασθενική του υγεία.[3] Κατ΄άλλους βιογράφους του, ο πατέρας του τόν απασχόλησε ως υπάλληλο στο μαγαζί του.[4] Το 1887 δημοσίευσε το ποίημα «Αι σκιαί του Άδου», που αναφερόταν σε επεισόδια της Επανάστασης του 1821. Εξαιτίας αυτού διώχθηκε από τις τουρκικές αρχές και κατέφυγε στην Αθήνα (Ιανουάριος 1889), ενώ τα τουρκικά δικαστήρια τον καταδίκασαν ερήμην σε εικοσιπενταετή εξορία στη Βαγδάτη[5]. Στην Αθήνα άλλαξε το οικογενειακό του όνομα σε Κρυστάλλης. Στην Αθήνα εργάστηκε αρχικά στο τυπογραφείο των εκδόσεων «Φέξη» και παράλληλα δημοσίευε ποιήματα. Το 1891 προσελήφθη ως συντάκτης στο περιοδικό «Εβδομάς» του Ιωάννη Δαμβέργη, αλλά η συνεργασία του έληξε τον ίδιο χρόνο, εξαιτίας διαφωνιών με τη διεύθυνση του περιοδικού. Έπειτα διορίστηκε ως υπάλληλος στους σιδηροδρόμους της Πελοποννήσου. Οι δύσκολες συνθήκες ζωής του είχαν αποτέλεσμα να προσβληθεί από φυματίωση. Μετακόμισε στην Κέρκυρα, ελπίζοντας ότι εκεί θα βελτιωθεί η υγεία του, η οποία όμως επιδεινώθηκε και τελικά πέθανε στις 22 Απριλίου του 1894 στην Άρτα, όπου έμενε η αδερφή του.[6]

Έργο

Θα πάρω έναν ανήφορο να βγω σε κορφοβούνι,
να βρω κλαράκι φουντωτό και ριζιμιό λιθάρι,
να βρω και μια κρυόβρυση, να ξαπλωθώ στον ίσκιο,
ν’ αρχίσω να συλλογισθώ της ξενιτιάς τα πάθη…

 

Τα πρώτα του ποιήματα, Αι Σκιαί του Άδου(1887), με το οποίο εξυμνεί τους αγωνιστές του ’21 και Ο Καλόγηρος της Κλεισούρας του Μεσολογγίου (αρχές του1890), είχαν επικό χαρακτήρα, με επίδραση από τον Βαλαωρίτη. Αντιθέτως, με τις δύο ποιητικές συλλογές του που δημοσιεύτηκαν τα επόμενα χρόνια, εντάχθηκε στο πνευματικό κλίμα της Νέας Αθηναϊκής σχολής: επίδραση από το δημοτικό τραγούδι, λαογραφική θεματολογία. Η πρώτη του συλλογή, Αγροτικά (Μάιος του 1891), πήρε έπαινο στο Δεύτερο Φιλαδέλφειο Ποιητικό Διαγωνισμό αφού το βραβείο το κέρδισε το πεζογράφημα του Κωστή Παλαμά «Τα Μάτια της Ψυχής μου». Η δεύτερη και τελευταία συλλογή του, Ο τραγουδιστής του χωριού και της στάνης (1893), διακρίθηκε παίρνοντας καί αυτό έπαινο επίσης στον φιλαδέλφειο ποιητικό διαγωνισμό, ενώ το βραβείο το κέρδισε το ποίημα του Γεωργίου Στρατήγη «Έρως καί Ψυχή». Το πεζογραφικό του έργο (συγκεντρωμένο στον τόμο Πεζογραφήματα), συμβαδίζει με το κλίμα της πεζογραφίας της γενιάς του 1880: δημοτική γλώσσα, ηθογραφία, καλλιέργεια του διηγήματος.

Το λαογραφικό του έργο

Ασχολήθηκε επίσης με τη συλλογή ιστορικού και λαογραφικού υλικού: ήθη και έθιμα, δημοτικά τραγούδια, παραδόσεις. Το πρώτο του πεζογράφημα ήταν το «Vie De Montage» πού τό εξέδωσε στο Παρίσι το 1895. με το οποίο σατυρίζει τα ελληνικά πολιτικά έθιμα ενώ έδινε και σκηνές από την ληστοκρατία στην Ελλάδα.Η ενασχόλησή του αυτή αποτυπώνεται σε άρθρα του, όπως στους Γ’και Δ΄τόμους του Ἐγκυκλοπαιδικού Λεξικού των Μπαρτ και Χίρστ (1892 και 1893), όπου δημοσίευσε πενήντα οχτώ ηπειρωτικά άρθρα. Επίσης, σε αφηγηματικά πεζογραφήματά του, διηγήματα, όπως Ο Γάμος της στάνης, όπου περιγράφει τα γαμήλια έθιμα στα τσελιγγάτα Ηπειρωτικής περιοχής, με παράθεση σχετικών τραγουδιών ή το διήγημά του Το πανηγύρι της Καστρίτσας, το οποίο περιέχει εκτενείς ενδυματολογικές πληροφορίες[7] ή πάλι, με πιο ειδικές εργασίες του, όπως, Οι Βλάχοι της Πίνδου, Γραμμενοχώρια, Τρεις Δρακολίμναι επί των κορυφών της Πίνδου. Ενώ και στις Σημειώσεις του νεανικού ποιήματός του Αι σκιαί του Άδου και στις επιστολές του προς φιλικά του πρόσωπα.[8]

Οι επιδράσεις του έργου του

Οι επιδράσεις που έχει δεχθεί είναι από το Δημοτικό τραγούδι, έργα κλασικών ποιητών ὀπως του Ομήρου, από τον Ερωτόκριτο, συγχρόνους του όπως τον Βαλαωρίτη, τον Ζαλοκώστα, τον Βηλαρά, τους ρομαντικούς της Αθηναϊκής Σχολής όπως του Αχιλλέα Παράσχου[9]

Κριτική

Επιγραφή στο σημείο, όπου βρισκόταν το σπίτι του ποιητή στην Άρτα.

Την εποχή που όλοι εκθείαζαν τα τραγούδια του, ο Ξενόπουλος είχε ήδη διαγνώσει και επισημάνει τη μεγάλη σημασία του πεζογραφικού έργου του «ποιητή του βουνού και της στάνης». Ο Κρυστάλλης δεν είναι μόνον ο πρώτος που έγραψε στη δημοτική, ενώ ακόμα όλοι οι άλλοι αλληθώριζαν προς την καθαρεύουσα, παραπαίοντας στη σύγχυση. Μέσα στα ελάχιστα χρόνια που έζησε, πρόλαβε να μάς δώσει εξαιρετικά δείγματα γραφής, που φανερώνουν τον γεννημένο πεζογράφο. Στα διηγήματά του ο Κρυστάλλης είναι πληθωρικός, βιάζεται να τά πει όλα, σαν να προαισθάνεται πως δεν υπάρχει γι’ αυτόν πίστωση χρόνου – η τόσο απαραίτητη για τη δουλειά ενός πεζογράφου. Η ζωντάνια του στις περιγραφές της φύσης ξαφνιάζει. Οι διάλογοι του έχουν την απλότητα και τη σοφία του λαϊκού λόγου. Κι ήταν μόνο 26 χρονών.

Η ποίηση του Κρυστάλλη επικρίθηκε από πολλούς (όπως ο Γιάννης Αποστολάκης), οι οποίοι τήν θεώρησαν νεκρή ή δουλική μίμηση του δημοτικού τραγουδιού, σχοινοτενείς και αδιάφορες περιγραφές. Ο Παλαμάς είχε διαφορετική γνώμη: «[Στα ποιήματα του Κρυστάλλη] πλέκουν στίχοι της δημώδους ποιήσεως και στίχοι δημώδεις του ποιητή· δύσκολα ξεχωρίζουνται αυτοί από εκείνους· κατά τρόπον τοιούτον ο ποιητής συχνά συναρμόζει τα άσματά του, όμοια προς ανθοδέσμες των οποίων τα άνθη και τα φύλλα, στίχοι του λαού και στίχοι κατά τον λαόν, στενώς αναμιγνύονται, ώστε να απαρτίζουν μακρόθεν ένα αδιαχώριστον σύνολον».[10] Ο Παλαμάς είχε γράψει και ένα ομότιτλο ποίημα για τον Κρυστάλλη[11].

Η εποχή του

Σε ένα μεταβατικό καιρό, κατά τον οποίο οι λαογραφικές καταγραφές του Νικολάου Πολίτη όπλιζαν την αξία μιας επαναφοράς της παραμερισμένης λαϊκής παράδοσης, των ηθών και των δοξασιών της, ο Κρυστάλλης και πολλοί από τους τότε μονοδιάστατους ηθογράφους αποτελούσαν τον ασθενή, αλλά ελλείποντα κρίκο, που όμως είχε καλές προσβάσεις στην κοινή γνώμη. Εν κατακλείδι, η απήχηση του έργου του και οι έπαινοι που τό συνόδευαν αποδίδουν τη γενικότερη ανάγκη του τότε κοινού που με το δημοσιογραφικό του αισθητήριο εξέφραζε ο Βλάσης Γαβριηλίδης για την επανασύνδεσή του με καταστάσεις από τις οποίες μόλις είχε αποσυνδεθεί, ζώντας σε ένα νόθο αστικό περιβάλλον, που τού είχε επιβάλει και υποβάλει μια νοοτροπία ευθυγράμμισης με τα ευρωπαϊκά πρότυπα.[12]

Παραπομπές

  1. Άλμα πάνω Ημερολόγιον Σκόκου, Τόμος 18, (1903)
  2. Άλμα πάνω Μαρίνα Λυπουρλή, «Εισαγωγικά για τη ζωή του και το έργο του», στο: Κώστας Κρυστάλλης, Ο τραγουδιστής του χωριού και της στάνης, εκδ. Ζήτρος, Αθήνα, 2005, σελ.11-12
  3. Άλμα πάνω Γιάννης Βαλέτας,«Εισαγωγή:Η ζωή και το έργο του Κρυστάλλη. Ένας πνευματικός αγωνιστής» Κρυστάλλης Άπαντα, τομ.Α, εκδ. Περικλής Σύψας-Χρήστος Σιαμαντάς, Αθήναι 1959, σελ.19
  4. Άλμα πάνω Μαρίνα Λυπουρλή,«Εισαγωγικά για τη ζωή του και το έργο του», στο:Κώστας Κρυστάλλης, Ο τραγουδιστής του χωριού και της στάνης, εκδ. Ζήτρος, Αθήνα, 2005, σελ. 13.
  5. Άλμα πάνω Γιάννης Βαλέτας,«Εισαγωγή:Η ζωή και το έργο του Κρυστάλλη. Ένας πνευματικός αγωνιστής» Κρυστάλλης Άπαντα, τομ.Α, εκδ. Περικλής Σύψας-Χρήστος Σιαμαντάς, Αθήναι 1959, σελ.23
  6. Άλμα πάνω Ημερολόγιον Σκόκου, Τόμος 24, 1909 και Τόμος 27, 1912
  7. Άλμα πάνω Μαρίνα Βρέλλη-Ζάχου, ακολούθησε το ΄΄Τα διηγήματά του στον Νουμά΄΄ και το διήγημα ΄΄Ή Τιμή και το Χρήμα΄΄ το 1912 που τον έκανε ευρύτερα γνωστό γιατί περιέγραφε την άνιση κατανομή του πλούτου στην Ελλάδα εκείνης της εποχής. Ακολούθησε το αριστουργηματικό διήγημα Ό Κατάδικος, το 1919, το ηθογραφικό όπως το χαρακτήρισε ο ίδιος, το διήγημα, Ή Ζωή καί ό θάνατος του Καραβέλα (Νουβέλα), 1920 καί το μυθιστόρημα: Οί σκλάβοι στα δεσμά τους, το 1922 (με απαισιοδοξία ή αισιοδοξία, σε έξαρση ή σε ύφεση αποτυπώνει την αγωνία μιας άγρυπνης συνείδησης. Καί «Ο Κρυστάλλης ως πηγή ενδυματολογικών ειδήσεων», στο: Κώστας Κρυστάλλης. Το έργο, στο τέλος της εκατονταετίας από το θάνατό του. (Ευάγγελος Αυδίκος επιμ.) Πρακτικά Επιστημονικού Συμποσίου Πρέβεζα, 11-13 Ιουνίου 1993, εκδ. Δήμου Πρέβεζας, Πρέβεζα, 1994, σελ.23-42
  8. Άλμα πάνω Μαρία Τριχιά-Ζούρα, «Ο Κώστας Κρυστάλλης και το δημοτικό τραγούδι», Επιστημονική Επετηρίς της Φιλοσοφικής Σχολής Αθηνών, τομ.ΚΖ'(1979), σελ. 319-320
  9. Άλμα πάνω Μαρία Τριχιά-Ζούρα, «Ο Κώστας Κρυστάλλης και το δημοτικό τραγούδι», Επιστημονική Επετηρίς της Φιλοσοφικής Σχολής Αθηνών, τομ.ΚΖ'(1979), σελ.317-318
  10. Άλμα πάνω Κωστής Παλαμάς, «Το έργον του Κρυστάλλη», Άπαντα, τομ. 2ος, εκδ.Μπίρης, χ.χ., σελ.463-483
  11. Άλμα πάνω Γιώργος Μουστάκης, «Δυο γράμματα του Κωστή Παλαμά για τον Κ. Κρυστάλλη»Κώστας Κρυστάλλης. Το έργο, στο τέλος της εκατονταετίας από το θάνατό του.(Ευάγγελος Αυδίκος επιμ.) Πρακτικά Επιστημονικού Συμποσίου Πρέβεζα, 11-13 Ιουνίου 1993, εκδ. Δήμου Πρέβεζας, Δημοτικής Βιβλιοθήκης Πρέβεζας, Πρέβεζα, 1994, σελ.227-234
  12. Άλμα πάνω Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό «λήμμα Αλεξάνδρου Αργυρίου κριτικού και ιστορικού της νεοελληνικής λογοτεχνίας», τόμ. 5 σ. 107, Εκδ. Αθηνών, 1986

Πηγές

  • Κωνσταντίνος Σκόκος (1900). Ημερολόγιον Σκόκου. Εν Αθήναις: Εκ του Τυπογραφείου των Καταστημάτων Ανέστη Κωνσταντινίδου. Ανακτήθηκε στις 5 Απριλίου 2010.
  • Α. Καραντώνης, Φυσιογνωμίες, τ. Α΄, εκδ. Παπαδήμα, Αθήνα 1977
  • Μαρία Τριχιά-Ζούρα, «Ο Κώστας Κρυστάλλης και το δημοτικό τραγούδι», Επιστημονική Επετηρίς της Φιλοσοφικής Σχολής Αθηνών, τομ.ΚΖ'(1979), σελ.315-374
  • Κώστας Κρυστάλλης. Το έργο, στο τέλος της εκατονταετίας από το θάνατό του. (Ευάγγελος Αυδίκος επιμ.) -Πρακτικά Επιστημονικού Συμποσίου – Πρέβεζα, 11-13 Ιουνίου 1993, εκδ. Δήμου Πρέβεζας, Δημοτικής Βιβλιοθήκης Πρέβεζας, Πρέβεζα, 1994
  • Μαρίνα Λυπουρλή,«Εισαγωγικά για τη ζωή του και το έργο του», στο: Κώστας Κρυστάλλης, Ο τραγουδιστής του χωριού και της στάνης, εκδ. Ζήτρος, Αθήνα, 2005, σελ.11-26
  • Γιάννης Βαλέτας,«Εισαγωγή: Η ζωή και το έργο του Κρυστάλλη. Ένας πνευματικός αγωνιστής» Κρυστάλλης Άπαντα, τομ. Α, εκδ. Περικλής Σύψας-Χρήστος Σιαμαντάς, Αθήναι 1959, σελ.7-48
  • Κωστής Παλαμάς, «Το έργον του Κρυστάλλη», Άπαντα, τομ. 2ος, εκδ. Μπίρης, χ.χ., σελ.463-483

Εκδόσεις των έργων του

  • Κώστας Κρυστάλλης, Ο τραγουδιστής του χωριού και της στάνης, εισαγ. Μαρίνα Λυπουρλή, εκδ. Ζήτρος, Αθήνα, 2005
  • Κώστας Κρυστάλλης, Η δασκάλα και άλλα διηγήματα, εκδ. ΡΟΕΣ , 2007 ISBN 978-960-283-259-2
  • Κρυστάλλης Άπαντα, τομ.Α-Β’, πρόλογος-εισαγωγή-επιμέλεια Γιάννης Βαλέτας, εκδ. Περικλής Σύψας-Χρήστος Σιαμαντάς, Αθήναι 1959
  • Κώστα Κρυστάλλη, Άπαντα: ποίηση, πεζός λόγος, μελετήματα, γράμματα, Εισαγωγή-κατάταξη-σχόλια Κ. Πορφύρη, εκδ. Αυλός, χ.χ.

Βιβλιογραφία

  • Μιχαήλ Περάνθης, Κρυστάλλης-μορφές και κείμενα τη λογοτεχνίας μας, εκδ. Χιωτέλλη, χ.χ.
  • Λέανδρος Βρανούσης, Νεανικοί στίχοι του Κ.Κρυστάλλη, εκδ. Α.Ν. Μαυρίδης, Αθήνα, 1946

Ζ. Παπαντωνίου

Διαβάστε Επίσης

Η Τουρκία τερματίζει τις διερευνητικές επαφές με την Ελλάδα

Έντονη η αντίδραση της Τουρκίας στη συμφωνία Ελλάδας-Αιγύπτου