Ξημέρωνε μια μεγάλη γιορτή στο χωριό – Χ. Χρηστοβασίλης

Ξενιτιά

Ξημέρωνε μια μεγάλη γιορτή στο χωριό.

«Η μέρα έδειχνε κλεισμένη, η γη ήταν ασπρισμένη, ο ουρανός χιόνιζε και το μάτι δε μπορούσε να ιδεί πλειότερο από μια σποριά τόπο. Φοβερό αγριοκαίρι. Σαρανταήμερο. Καρδιά του χειμώνα!

Καβάλα απάνω σ’ ένα γερό, όμορφο και ψηλό άλογο και κουκουλωμένος με μια μεγάλη καπότα, έμπαινα με μεγάλη χαρά στα πολυπόθητα σύνορα του χωριού μου, ύστερα από νυχτοπερπάτημα δέκα πέντε ωρών, δρόμο δέκα πέντε μερών και ξενιτιά δέκα πέντε χρόνων, μακριά, πολύ μακριά, σε ξένα σύνορα και σε ξένα βασίλεια…

Στο ποτάμι, που ‘ναι κάτω από το χωριό μου, πότισα διαβαίνοντας, το κατακουρασμένο τ’ άλογό μου. Ύστερα τράβησα τον ανήφορο που βγαίνει ίσια μέσα στ’ αγαπημένο μου το χωριό, ανάμεσα από ραϊδιά, από γκρεμούς, από μεγάλες πέτρες, από δέντρα κι από λίγ’ αμπελοχώραφα.

Ήταν πολύ πρωί. Στιγμή που πολεμάει το φως της ημέρας πόρχονταν, με το σκοτάδι της νύχτας πόφευγε, και τ’ άλογο ανέβαινε αργά – αργά και βαριά – βαριά τον ανάποδο και κακοτράχαλο ανήφορο, από τη μεγάλη την κούραση και από τη μεγάλη του την αποσταμάρα.

Έκανε φοβερό κρύο. Άγριος βοριάς φυσούσε σα λυσσασμένος από πίσω μου και μ’ ανασήκωνε από τη σέλα τ’ αλόγου μου. Το χιόνι προντίζονταν από καταγής, στο μανιωμένο φύσημά του, σαν αλεύρι κάτασπρο, πότε από τα κάτω προς τ’ άνω, πότε ίσια πέρα, πότε ίσια δώθε και πότε μέ περικύκλωνε ολόγυρα, σαν ανεμοστρόβιλας. Κι όμως δεν αιστάνομουν καθόλου κρύο μέσα μου. Μόνο τα δάχτυλα των ποδαριών μου κρύωναν λίγο, και τα χέρια μου λιγότερο ακόμα, γιατί κρατούσα με το δεξί το βούρδουλα και με το ζερβί τα χαλινάρια του αλόγου.

Η καρδιά μου χτυπούσε τικ τακ, σα λιθοπάτημα από τη συγκίνηση, που έβλεπα ότι βρισκόμουν και περπατούσα στον τόπο των ονειρατιών μου, στον τόπο που γεννήθηκα !

Τι γλυκιά στιγμή ! Τι πανηγύρι, που έκανε η καρδιά μου ! Μού φαίνονταν σαν εκείνες τες πλούσιες χαρές, που βλέπει κανείς στον ύπνο του.

Σε κάθε πατημασιά τ’ αλόγου μου ξάνοιγα κι ένα κομμάτι από τα παιδακίσια μου. Κομμάτι ζωής χαρωπής, γλυκιάς και πολυαγαπημένης. Έβλεπα το μεγάλο ραϊδιό που ανέβαινα ψηλά, και, γλιστρώντας ίσια κάτω, έφτανα ως τον πάτο στο λάκκωμα, είτε με ξεγδάρματα, είτε χωρίς ξεγδάρματα, στο τρυφερό μου κορμί. Έβλεπα το μεγάλο πουρνάρι, που ανέβαινα το καλοκαίρι, κι έπιανα τα πουλιά μέσα στες φωλίτσες τους, πριν φτερουγίσουν ακόμα, χωρίς να μέ μέλει και χωρίς να μέ κόβει και να μέ νοιάζει για τα τσιουρίσματα των μανάδων τους, που φτερούγιζαν ψηλά από το κεφάλι μου, χωρίς να ‘χουν οι καημένες τη δύναμη να μού τ’ αρπάξουν μες από τα σκληρά μου τα χέρια. Έβλεπα τα χωράφια μου, που πηδούσα σαν ζαρκάδι, με τα ομόηλικά μου, κι έπαιζα τ’ αγαπημένα μου τα παιγνίδια, που δεν μπορούσα να τά χορτάσω ποτέ. Έβλεπα τ’ αμπέλι μου, με τη μεγάλη βαλανιδιά στην κορφή του, που περνούσα τες καλύτερες και τες πλειο ευτυχισμένες ώρες της παιδιακάτικης ζωής μου, τρώγοντας γλυκύτατα σταφύλια, ωριμότατα σύκα και ζουμερότατα ροδάκινα… Ήταν όλα όπως τά είχα αφήσει εδώ και δεκαπέντε χρόνια. Όλα στον τόπο τους και στη θέση τους.

Το χιόνι ξακολουθούσε να πέφτει, ο βοριάς ξακολουθούσε ν’ αγριοφυσάει, το κρύο ξακολουθούσε ν’ αντρειεύεται και τ’ άλογο ξακολουθούσε ν’ ανεβαίνει αργά – αργά «γκρουπ γκρουπ γκρουπππ…».

Είχα σκαπετήσει μια μικρή ραχούλα και δεν μού είχε μείνει παρά να σκαπετήσω ακόμα μια, για να μπορέσω ν’ αγναντέψω το χωριό μου, που κάθε σπίτι του καπνίζει αδιάκοπα, χειμώνα καλοκαίρι, και να ιδώ το σπίτι μου με τον πλατύχωρο τον αυλόγυρό του και με το μεγάλο το δέντρο του στη μέση της αυλής του, που χρησιμεύει το καλοκαίρι κι ως κατοικιό, κι ως τραπεζαρία, κι ως αίθουσα υποδοχής, κι ως τόπος ύπνου, κι ως ξαποστάσω, κι ως χωροστάσι, που μαζεύεται το χωριό, για να κρίνει τες διαφορές του και τα χωριάνικα ζητήματα, πάντα κατά πώς το θέλει ο προεστός, που η γνώμη του πάντα είναι σύμφωνη με τη γνώμη των πολλών.

Μόρχονταν στο νου πόσες φορές ξαπόστασα και ξεκουράστηκα κάτω από τον ήσκιο αυτουνού τ’ αγαπημένου δέντρου, και πόσες φορές μάλωσα με τον Κοράκη και με το φτερωτό κοπάδι της μάνας μου -τες κότες- που ήθελαν να μ’ αρπάξουν από τα χέρια το νόστιμο ψωμότυρό μου.

Αμέτρητη χαρά πλημμυρούσε την καρδιά μου, επειδή ξανάβλεπα τη γη των παππούδων μου, τη γη που είδα για πρώτη φορά το γλυκό φως του ήλιου, και κατάλαβα για πρώτη φορά τον εαυτό μου άνθρωπο. Μόρχονταν να ξεκαβαλικέψω και κατεβαίνοντας ν’ αγκαλιάσω και να φιλήσω ό,τι έβλεπα κι εύρισκα μπροστά μου: χώμα, πέτρες, χαμόκλαδα, δέντρα… αλλ’ ο πόθος μου να φτάσω όσο το δυνατό γληγορότερα στη ράχη που ήταν μπροστά μου και μ’ εμπόδιζε να ιδώ το χωριό μου, το σπίτι μου, δε μ’ άφηνε να κατεβώ και να εκτελέσω τούτον τον άγιο σκοπό.

-Αχ! έλεγα μέσα μου, πότε θα φτάσω ψηλά σ’ εκείνη τη ράχη, για να ιδώ απέκει ό,τι ονειρευόμουν δεκαπέντε τόσα χρόνια στα ξένα, και να ρίξω το ντουφέκι του ξενιτεμένου, για να μάθει το χωριό τον ερχομό μου !

Και λέγοντας αυτά, χτυπούσα το κακόμοιρο τ’ άλογο με τους φτερνιστήρες μου κι αυτό το καημένο πηδούσε αγκομαχώντας και μού φαίνονταν ότι πηδούσε στα σύννεφα, αλλ’ ο δρόμος δεν τελείωνε !

Το χιόνι ξακολουθούσε να πέφτει, ο βοριάς ξακολουθούσε ν’ αγριοφυσά, το κρύο ξακολουθούσε ν’ αντρειεύεται και τ’ άλογο ξακολουθούσε ν’ ανεβαίνει τον ανήφορο αργά – αργά «γκρουπ γκρουπ γκρουππππ…».

Χίλια δυο πράματα, γεμάτα γλυκές αναμνήσες του παιδιακίσιου μου καιρού, σαν αφροστεφανωμένες εικόνες, ζωγραφισμένες με ουράνια χρώματα, φανίζονταν μπροστά μου κι άρχισαν να καταπραΰνουν την ανυπομονησία μου. Εδώ, έβλεπα τον εαυτό μου μικρό παιδί, να τρέχω ξυπόλυτο και στο τρέξιμο να μού μπει στο ποδάρι ένα φοβερό παλιουρίσιο αγκάθι. Εκεί, έβλεπα, για πρώτη φορά, να σκοτώνω μια πυκνόμαλλη και μαυρονούρα αλεπού, που κράταε ακόμα στο στόμα της την ομορφότερη και βαρύτερη κότα του χωριού, πόσκουζε η καημένη βραχνά – βραχνά, κι αδύνατα αδύνατα «κράααα – κράααα – κράααα…». Παρέκει, πίσω από μια μεγάλη πέτρα, έβλεπα να μέ πιάνει ο δάσκαλός μου από τ’ αφτί σφιχτά – σφιχτά, γιατί μ’ ηύρε να στήνω πλάκες, για να τσακώσω κοσσύβια κι άλλα τσεροπούλια, πράμα που μάς τό είχε απαγορεμένο, και να μέ τραβάε,ι για να μέ πάει μπροστά στ’ άλλα μαθητούρια του χωριού, που κάναμαν σκολειό χειμών’ καλόκαιρο στο νάρθηκα της εκκλησιάς, όπου το Ψαλτήρι ήταν για μεγαλύτερο μάθημα, απ’ όλα τα μαθήματα. Έβλεπα ν’ ανεβοκατεβαίνω το δρόμο του ποταμού χιλιάδες φορές, πότε γκότσι στες πλάτες της μάνας μου, ή της αδερφής μου, πότε περβατώντας και πότε καβάλα. Έβλεπα σε μια πλαγιά, εκεί πέρα, την αδερφή μου να βόσκει ζυγούρια και κατσίκια και να μού λέγει τραγούδια. Μού φαίνονταν πως ήκουα ακόμα την αγγελική της τη φωνή. Παραπέρα έβλεπα τη μεριά που για πρώτη φορά είπα «σ’ αγαπώ» στην όμορφη γειτονοπούλα μου. Μ’ ένα λόγο, έβλεπα τόσα, που δεν μπορούν να μπούνε σ’ αυτό εδώ για το χαρτί. Νιάτα σπαρμένα καταγής, σα λουλούδια απριλιάτικα, σαν άνθια μαγιάτικα, σαν τριαντάφυλλα μοσκομυρωδάτα.

Το χιόνι ξακολουθούσε να πέφτει, ο βοριάς ξακολουθούσε ν’ αγριοφυσάει, το κρύο ξακολουθούσε ν’ αντρειεύεται και τ’ άλογο ξακολουθούσε ν’ ανεβαίνει αργά – αργά τον ανήφορο «γκρουπ γκουπ γκρουπππ…».

Λίγος δρόμος που είχε απομείνει ακόμα, όσο ν’ ανέβω στη ράχη, αλλά δεν τελείωνε ποτέ ! Την υπομονή μου διαδέχονταν ανυπομονησία και την ανυπομονησία μου υπομονή! Εκεί καταστενοχωριόμουν για τ’ αργοβάδισμα τ’ αλόγου μου, για την ορμή του ανέμου, για τες τουλούπες του χιονιού πόδερναν το πρόσωπό μου, για το κρύο π’ άρχισε να μ’ ανεβαίνει από τα ποδάρια ως την καρδιά, και να μού τρυπάει τα κόκκαλα, και για τον ατέλειωτο δρόμο, κι εκεί βρίσκομουν ήσυχος – ήσυχος στη ζεστή και γλυκή αγκαλιά της υπομονής, και στοχαζόμουν τη στιγμή που θα ‘μπαινα στο σπίτι μου, τι χαρά θα έκανε η μανούλα μου που μόγραφε στο υστερνό της γράμμα ότι τά συμφώνησε με τον Χάρο να τήν καρτερέσει ως να μέ δεχτεί πρώτα από τα ξένα κι ύστερα να τού παραδώσει την ψυχή της. Στοχαζόμουν το πανηγύρι που θα ‹κανε η ορφανή μονοθυγατέρα μου, που τήν είχα αφήσει μικρή, πολύ μικρή βυζανιάρικη, σαράντα μερών, όταν κίνησα να πάω μακριά στα ξένα, να προκόψω και να πλουτίσω το σπίτι μου. Στοχαζόμουν τον αναγαλλιασμό της αδερφής μου, που τήν είχα αφήσει μικρούλα και θα τήν εύρισκα παντρεμένη, μ› ένα δυο παιδάκια τριγύρω της, και την ευχαρίστηση που θα αιστάνονταν οι χωριανοί μου, που, άμα θα μ’ έβλεπαν να μπαίνω στο αντρορημαγμένο σπιτικό μου, θά ‘τρεχαν να μ’ αγκαλιάσουν και να μέ φιλήσουν όλοι, μικροί – μεγάλοι, άντρες και γυναίκες.

Όλα αυτά ανακατεύονταν μέσα στο μυελό μου, το ένα κατόπι τ’ αλλουνού, σαν κύμα που ακολουθάει το κύμα και μάκραιναν ως χίλιες οργιές την υπομονή μου. Αλλ’ άμα έριχνα τα μάτια μου προς τη ράχη, που ήταν πάντα μπροστά μου, μού φαίνονταν ότι έφευγε κι αυτή με την ίδια γληγοράδα, που κυνηγούσα να τή φτάσω, μ’ έπιανε η στενοχώρια της ανυπομονησίας, κι άρχιζα να κεντάω με μανία τα πλευρά του κακομοιριασμένου του ζώου, που είχα κατωθιό μου, κι αυτό το δύστυχο, γεμάτο υπάκουη σκλάβου κι υπομονή Ιώβ, αφήνοντας μικρό βογγητό μες από τα στήθια του, τραβούσε μπροστά, μ’ όση ορμή μπορούσε να βάλει, χωρίς να δείξει το παραμικρό κάκιωμα, για τες σκληρές και απάνθρωπες κεντησιές, που τού τραβούσα στα πλευρά με τους φτερνιστήρες μου.

Το χιόνι ξακολουθούσε να πέφτει, ο βοριάς ξακολουθούσε ν’ αγριοφυσάει, το κρύο ξακολουθούσε ν’ αντρειεύεται και τ’ άλογο ξακολουθούσε ν’ ανεβαίνει τον ανήφορο αργά – αργά «Γκρουπ – γκρουπ – γκρουπππ…».

Λίγες δρασκελιές μού είχαν μείνει ακόμα ως που να φτάσω στην κορφή της ράχης, που έκρυβε το πολυπόθητο χωριό μου, και λίγες ακόμα στιγμές, ώσπου να ρίξω τη χαρμόσυνη ντουφεκιά του ξενιτεμένου, που θα έκανε όλες τες καρδιές του χωριού να λαχταρήσουν από χαρά και λίγες θα ήταν οι καλότυχες, που θα δέχονταν ξενιτεμένο, αλλά η ανυπομονησία μου σήκωνε κεφάλι, μέσα στα στήθια μου πάλι, κακομούτσουνη και φοβερή, και μ’ έκανε να νομίζω ότι τα ποδάρια τ’ αλόγου μου ήταν καρφωμένα ψηλά στη γη, και βρίσκομουν από πολλή ώρα στην ίδια μεριά. Τό χτύπησα τότε τ’ άλογο, για ύστερη φορά, με όση δύναμη είχα απάνω μου, και σα να έκανε φτερά το καημένο το ζώο, βρεθήκαμε στην κορφή της χιλιοπόθητης ράχης! Δόξα σοι ο Θεός!

Εκεί το κρύο και το φύσημα του βοριά και το χιόνι θα ήταν δυνατότερα, αλλά το χωριό μου που μού έδειχνε το συμπαθητικό πρόσωπό του, από μια ντουφεκιά τόπο μακριά, μ’ έκανε να μη αιστάνομαι την αγριάδα τους.

Όλο το χωριό ήταν συμμαζεμένο στην πλαγιά του βουνού, σαν κοπάδι καλογραικιασμένο. Κάθε σπίτι ομοίαζε με πρόβατο και κάθε παράσπιτο με αρνί. Το σπίτι το δικό μου, μεγαλύτερο απ’ όλα τ’ άλλα, φαίνονταν σα βαρυκούδουνο γκεσέμι, που μπορεί να σύρει πίσω του χίλια κεφάλια πρόβατα.

Άμα το ξεκάμπισα το χωριό μου, έριξα μια βαρυγιόματη ντουφεκιά, για να νιώσουν οι χωριανοί ότι «ξενιτεμένος έρχεται!» κι από τον πολύ τον βρόντο τρεις φορές αχολόγησαν τα λακκώματα, οι ρεματιές και τα βουνόπλαγα.

Καρφώνοντας τα μάτια μου στο ταπεινό και συμπαθητικό χωριό μου, νόμιζα ότι οι σκεπές του εκείνες, που κάπνιζαν ήσυχα – ήσυχα, οι καλύβες του, τ’ αυλόδεντρά του, οι αυλόγυροί του, οι φράχτες του, οι ριζιμιόπετρές του που στέκουν σκόρπια εδώ κι εκεί, σαν απολιθωμένοι γιγάντοι, οι δρόμοι του, οι κήποι του, τα όλα του, ότι ζωντάνεψαν, ότι έτρεχαν χαμογελώντας και χοροπηδώντας το ένα κατόπι τ’ αλλουνού και προχωρούσαν κατ’ απάνω μου, για να μέ αποδεχτούν και να μού πούνε το γλυκό χαιρετισμό:

-«Καλώς όρισες από τα ξένα ! Δόξα σοι ο Θεός, που ‹ρθες γερός και καλά !»

Απέραντο πέλαγο χαράς κι αναγαλλιασμού είχε πλημμυρίσει τότε την καρδιά μου. Ό,τι έβλεπα μπροστά μου ήταν μαγευτικό και μού φαίνονταν πως έπλεα μ’ ολάνοιχτα πανιά σε πέλαγο, δίχως άκρη, ευτυχίας ατέλειωτης.

Το χιόνι έπαψε να πέφτει πλειο και μεταβάλθηκε σε γλυκή ζεστασιά, ο μανιωμένος βοριάς έπαψε να βουίζει πλειο και μεταβάλθηκε σε δροσόπνιχτο και μοσκοβολάτο καλοκαιρινό αγεράκι, και τ’ άλογό μου έπαψε ν’ ανεβαίνει πλειο τον ανήφορο αργά – αργά και βρέθηκε «μπρουφ» μέσα στον αυλόγυρο του σπιτιού μου !

Στο έμπα μου, έτρεξε πρώτος – πρώτος ο γέρικος σκύλος του σπιτιού μου, ο Κοράκης, και ρίχτηκε με τα μπροστινά του τα ποδάρια απάνω στη σέλα τ’ αλόγου μου και με κάτι κουνήματα του κεφαλιού του και, με κάτι φωνές που έβγαζε από το στόμα του, ήθελε ν’ αποδείξει τη μεγάλη χαρά του, για τον ερχομό του ξενιτεμένου αφεντός του. Στα μάτια του μέσα έλαμπε σαν ανοιξιάτικη δροσιά, ανάμεσα σε φύλλα τριανταφυλλιού, ένα αναγάλλιασμα που δεν μπορεί να γραφτεί. Εκείνη τη στιγμή, που ο Κοράκης είχε ριγμένα τα ποδάρια ψηλά στη σέλα, και παραπονιόνταν μέσα του, γιατί να μη τού έχει χαρίσει κι αυτουνού ο Θεός λόγο, για να καλωσορίσει τον αφέντη του ανθρωπινά, ο γάτος του σπιτιού, ο Λειάρος, πήδησε πίσω από τη στέγη και έγινε καπνός!

Ύστερα από το σκύλο, κατάφτασε η μάνα μου κουτσά – κουτσά, από τα γηρατειά, ξεσκούφωτη από τη χαρά της, και με τα μάτια γεμάτα δάκρυα, άγια δάκρυα μητρικά· τρίτη κατάφτασε η θυγατέρα μου, κορίτσι ώριμο, γερό και ασπροκόκκινο, με δύο μεγάλα – μεγάλα και μαύρα – μαύρα μάτια που βρίσκονταν στο σύνορο της ηλικίας του παιδιού και της νύφης· τέταρτη κατάφτασε η αδερφή μου με τον άντρα της και τα παιδιά της, που έβλεπα για πρώτη φορά και, σα να ήμουν άψυχο πράμα, μ’ άρπαξαν στην αγκαλιά τους και μ’ έφεραν και μ’ απόθεσαν μέσα στον καλό τον οντά.

Έφερα γύρα τα μάτια μου στο σπίτι, κι είδα πως δεν είχε αλλάξει τίποτε από μέσα. Νόμισα πως έλειπα από τα χτες. Όλα ήταν στην ίδια τους θέση, όπως τά είχα αφήσει, και μοναχά οι άνθρωποι είχαν αλλάξει όλοι. Απ’ αυτουνούς, άλλοι από παιδιά έγιναν νύφες, άλλοι από νιοι γερόντοι, άλλοι από το Τίποτε φύτρωσαν άνθρωποι, κι άλλοι -αλλοίμονο ! Έλειψαν ολότελα! Η μια αδερφή μου, ο ένας ο θειος μου, η γυναίκα μου κι ο πατέρας μου, δε βρίσκονται πλειο στο δεφτέρι των ζωντανών, αλλ’ είχαν ταξιδέψει για τ’ ανεγύριστο ταξίδι του Κάτω Κόσμου, απ’ όπου ούτε γυρίζει κανείς ποτέ, ούτε γράμματα ή χαιρετίσματα έρχονται !

Η καρδιά μου εκείνη τη στιγμή είχε γίνει απέραντο πέλαγο, και μέσα σ’ αυτό το πέλαγο πότε η λύπη αρμένιζε μ’ ολάνοιχτα πανιά και σηκώνονταν τα κύματα γύρα της, ως τον ουρανό, πότε η χαρά έβγαινε στη μέση κι έκανε το νερόχτιστο κάμπο του ήσυχο και μαλακό, σαν πρόσωπο απέραντου και κρουσταλλένιου καθρέφτη.

Αν κι από πολλά χρόνια είχα μάθει τους σκληρούς θανάτους πόχουν γίνει στο σπίτι μου, κι ο γιατρός καιρός έχυσε το σωτήριο βάλσαμό του στες ανοιγμένες πληγές της καρδιάς μου, πάλι δεν μπορούσα να μην αιστανθώ, άλλη μια φορά, όλη τη λύπη ακέρια, για τον παράκαιρο χαμό των πολυαγαπημένων μου. Τα δάκρυά μου πλημμύριζαν, σαν ποτάμια, και πάσκιζαν να μέ πνίξουν, αλλ’ άμα έριχνα τα μάτια μου στη μάνα μου, που τα γεράματα της κι η μητρική της λαχτάρα μού φυσούσαν άγιο σέβας, στη θυγατέρα μου, που η αγάπη της κι ο δροσερή της νιότη φύτευαν στη ματωμένη μου καρδιά την πλειο γλυκύτερη χαρά και την πλειο μεγαλύτερη ελπίδα, και στην αδερφή μου και στο γαμπρό μου, που η αγάπη τους και η ειλικρινή τους έγνοια μ’ έκαναν να γεμίζω παρηγοριά, σταματούσαν τα δάκρυά μου και σκορπούσε ο πόνος μου, σαν πώς σκορπίζονται τα σύννεφα στον ουρανό, όταν φυσάει ο δυνατός βοριάς. Πάντα το Τώρα νικάει το Πριν.

Σ’ αυτό απάνω κατάφτασαν κι οι σιμότεροι γειτόνοι να μέ καλωσορίσουν. Ύστερα απ’ αυτουνούς κι οι μακρυνότεροι και λίγο – λίγο το σπίτι μου δέχτηκε μέσα στους κόρφους του όλο το χωριό, άντρες, γυναίκες και παιδιά, γιατί είναι χρέος άγιο το να τρέχει κανείς να χαιρετάει ξενιτεμένο, και να πανηγυρίζει τον ερχομό του.

Φιλήματα απ’ εδώ, αγκαλιάσματα απ’ εκεί, αναγαλλιάσματα από τούτη τη μεριά, γέλια από εκείνη, σταυρώνονταν κάθε στιγμή σ’ εκείνο το χαρούμενο πανηγύρι, που εγώ ήμουν αιτία και κέντρο.

Στην τιμημένη και ποθητή μας πατρίδα, η ξενιτιά τά συμπαθάει όλα. Ζήλιες, διαφορές, μαλώματα κι έχτρες, τα λιώνει όλα η ξενιτιά, σαν πώς λιώνει η νοτιά το χιόνι. Ο ξενιτεμένος είναι άγιο πράμα, που σέρνει το σεβασμό και την αγάπη των χωριανών κι όλου του κόσμου πέρα και πέρα.

Τη στιγμή εκείνη το σπίτι μου ομοίαζε κρινί μελισσιών, στον καιρό του καλοκαιριού, που μαζεύονται στη θύρα και μπαινοβγαίνουν τα μελίσσια.

Τέλος η μάνα μου άνοιξε τη νυφική της κασέλα, που είχε μέσα φυλαγμένα απ’ όλα τα πωρικά που βγαίνουν στο χωριό μου, κι όλα τα γλυκίσματα που κάνουν εκεί, δηλαδή: σύκα, σταφίδες, μήλα, καρύδια, ρόιδια, κυδώνια, μουστόπιτες, σιουμπέκια και συκομαΐδες, κι άρχισε να τά μοιράζει πολλά – πολλά απ’ όλα στα λιανόπαιδα, που είχαν τρέξει όλα, άμα έμαθαν τον ερχομό μου, γνωρίζοντας ότι θα καλοπλερώνονταν ο κόπος τους γι’ αυτό. Η αδερφή μου άρχισε να πλάθει πίτα, η θυγατέρα μου κερνούσε τους μεγάλους ρακί, με το μισοκάρικο το παγούρι, ο γαμπρός μου κάθουνταν σιμά μου καταχαρούμενος, κι εγώ μολογούσα σ’ εκείνους που μέ ρωτούσαν πώς πέρασα τον καιρό μου στην ξενιτιά, τι είδα, τι ήκουσα, τι έμαθα, τι έκανα, ποιον πατριώτη είδα κι αντάμωσα, από ποιους και σε ποιους έφερα γράμματα, πώς είναι ο τάδες χωριανός μας, τι δουλειά κάνει ο τάδες ο πλησιοχωρίτης μας, μ’ ένα λόγο έδινα ταχτική αναφορά και ταχτικό λογαριασμό τού τι έκανα, τι άκουσα, τι είδα και τι έμαθα σ’ όλον τον καιρό των δέκα πέντε χρονιών που βρίσκομουν στην ξενιτιά.

Ύστερα άρχιζαν να φεύγουν λίγοι – λίγοι οι καλοί χωριανοί μου, κι έμεινα μόνος με τους ανθρώπους του σπιτιού μου. Καθίσαμε όλοι σταυροπόδι γύρα στη στια που έκαιγε σαν καρμοκάνι, περιμένοντας να ετοιμαστεί το γιόμα, ενώ ήταν ξαπλωμένος μπροστά μας ο γάτος ο Λειάρος, όλως διόλου αναίστητος και ξένος προς το πανηγύρι του σπιτιού, και πίσω μας κάθονταν στα πισινά του ποδάρια ο σκύλος, ο Κοράκης, προσέχοντας τες ομιλίες μας σαν πώς προσέχουν στο Βαγγέλιο, βλέποντάς μας κατάματα, όσους δεν τού είχαν γυρισμένες τες πλάτες και πλειότερο εμένα, τον νοικοκύρη, και τόσο πολύ προσείχε τ’ αφτί του, και τόσο πολύ κάρφωνε τα μάτια του απάνω μου, που μ’ έκανε να πιστέψω ότι θ’ ανακατώνονταν στες ομιλίες μας, μιλώντας με ανθρώπινη γλώσσα !

Η ζέστα, η χαρά, τ’ αναγάλλιασμα, οι κόποι του δρόμου, η αϋπνία, κι η συγκίνηση, νάρκωσαν τόσο πολύ το πνέμα μου και το κορμί μου, ώστε καθώς βρίσκομουν εκεί, γύρισα το κεφάλι μου στη μοσχοβολημένη παρθενική αγκαλιά της θυγατρός μου, έκλεισα γλυκά – γλυκά τα μάτια μου, κι αποκοιμήθηκα…».

Και… όταν ξύπνησα κι άνοιξα τα μάτια μου, δεν είδα τίποτε μπροστά μου ! Μάνα, θυγατέρα, αδερφή, σπίτι, χωριό, πατρίδα ήταν όλα φευγάτα ! Βρίσκομουν και βρίσκομαι ακόμα στα έρημα τα ξένα, κι όλα όσα είδα και σάς διηγήθηκα δεν ήταν άλλο παρά μια γλυκιά οπτασία, ένα ευτυχισμένο όνειρο, που μού δώρησε η αγάπη της πατρίδας μου, που βρίσκεται τόσο μακριά.

Τι πικρή που θα ήταν ακόμα η ξενιτιά, αν δεν ήταν και τα όνειρα !

                                                                Χ. Χρηστοβασίλης, Διηγήματα της ξενιτιάς

Ποιήματα της ξενιτιάς, Χρήστος Χρηστοβασίλης

Η πιστή γυναίκα


Ξενιτεμένη έπλενε στην άκρη στο πηγάδι
Κι ένας διαβάτης στάθηκε στο μαύρο του καβάλα,
Την εχαιρέτησε γλυκά και τής μιλάει με πόνο:
—Βγάλε τρεις σίκλους, λυγερή, να πιω κι εγώ κι ο μαύρος,
Και θα σού δώσω μάλαμα για τον καλό σου κόπο.
—Σού βγάζω ξένε μου νερό, να πιεις κι εσύ κι ο μαύρος,
Το μάλαμα σου κράτα το, σ’ εμένα δεν περνάει,
Έχω τον άντρα μου μακριά, στης ξενιτιάς τα μέρη,
Χρόνους εννιά τον καρτερώ και τρεις θα τόν προσμένω.
Κι αν ως τα τότε δεν ερθεί, θα κόψω τα μαλλιά μου
Θα βάψω τα σκουτάκια μου και καλογριά θα γένω.
—Απέθανεν ο άντρας σου και μην τόν περιμένεις.
Δεν τόν ελέγαν Κωσταντή; Σένα δε λεν Χρυσάιδω;
—Στην ξενιτιά δουλεύουνε χιλιάδες Κωσταντήδες.
Πε μου κάνα σημάδι του κι απέ να σέ πιστέψω.
—Ήταν ψηλός, ήταν λιγνός, ήταν και παλικάρι.
Είχε τα μάτια σαν ελιές, τα φρύδια σα γαϊτάνια
Είχε φωνή σαν τ’ αηδονιού, όταν ετραγουδούσε…
Στο θάνατο του βρέθηκα, κι εκεί που ξεμαχούσεν
Ένα φιλάκι μου ‘δωκε και μού είπε να σ’ τό δώσω.
—Ξένε μου σύρε στο καλό μαζί με το φιλί του…
Κάλλιο να ιδώ το αίμα μου να τρέχει σαν ποτάμι,
Παρά τα μαγουλάκια μου να τα φιλήσει ξένος.
—Δος μου, Χρυσάιδω, το φιλί, γιατ’ είμαι ο Κωσταντής σου.
—Αν είσ’ εσύ ο Κωσταντής, αν είσ’ εσύ ο καλός μου,
Πε μου σημάδια του σπιτιού κι απέ να σέ πιστέψω.
—Έχομε σπίτι τρίπατο και κλήμα στην αυλή μας,
Κάνει σταφύλια ροζακιά με ρόγες σαν καρύδια.
—Κάποτ’ απ’ έξω πέρασες και τά είδες σα διαβάτης
Πε μου σημάδια του κορμιού κι απέ να σέ πιστέψω.
—Έχεις ελιά στα στήθια σου και στη δεξιά σου πλάτη…
—Εσ’ είσαι ο Κωσταντάκης μου, εσ’ είσαι κι ο καλός μου
Αγκαλιαστήκανε σφιχτά και γλυκοφιλήθηκαν,
Και τράβηξαν στο σπίτι τους όλο χαρά και γέλια.

Η Κλειδωμένη καρδιά

—Καρδιά με δεκοχτώ κλειδιά, γιατ’ είσαι κλειδωμένη;
Άνοιξε, παίξε, γέλασε, σαν που ήσουν μαθημένη.
Και χύσε γύρα τη χαρά με δυο γλυκά σου λόγια.
—Και πώς ν’ ανοίξω να χαρώ, να παίξω, να γελάσω;
Τα χέρια που τήν κλείδωσαν είναι ξενιτεμένα.
Παν’ τρία χρόνια ολάκαιρα, οπού τά περιμένω.
Να ‘ρθούν, να τήν ανοίξουνε, να παίξω, να γελάσω.
—Κι αν δεν σού έρθουνε, λυγερή; Κλειστή θα μέν’ αιώνια;
—Τα χέρια, που τήν κλείδωσαν, πήραν και τα κλειδιά της.

Ο ξενιτεμένος

Αλί του, που ‘ν’ στην ξενιτιά και ξενοπαραδέρνει
Δεν έχει μάνα κι αδερφή κι εμπιστεμένο ταίρι
Να μαγειρεύουν του να τρώει, να πλένουν τα σκουτιά του
Να στρώνουνε το στρώμα του, να πέφτει να κοιμάται
Κι αν αρρωστήσει ο δύστυχος και πέσει στο κρεβάτι
Να κλαίν΄ στο προσκεφάλι του, να χύνουν μαύρα δάκρυα.
Ξένες τού μαγειρεύουνε, και πλένουν τα σκουτιά του.
Και στρώνουνε το στρώμα του και τα σκεπάσματά του.
Τού μαγειρεύουν μια και δυο, τού πλένουν τρεις και πέντε
Και στρώνουνε το στρώμα του και τα σκεπάσματά του,
Κι απέ τού λένε με θυμό, τού λεν΄ με καταφρόνια.
Φέρε να μαγειρέψομε, πλέρωσε για το πλύμα,
Πλέρωσε για το στρώμα σου και τα σκεπάσματά σου.

Η ξενιτιά

Παρακαλώ σε, Κύριε μου, και προσκυνώ σε, Θε μου,
Του ξένου δος του ξενιτιά, κι αρρώστια μην τού δίνεις,
Τι η αρρώστια θέλει στρώματα, θέλει προσκεφαλάδια,
θέλει μανούλα στο πλευρό, γυναίκα στο κεφάλι.
Θέλει κι αρσενικό παιδί κρύο νερό να φέρνει.
Γω τό είδα με τα μάτια μου σ’ έναν απεθαμένον
Τόν πήγαν και τόν έθαψαν σαν το σκυλί στο λάκκο,
Δίχως θυμίαμα και κερί, δίχως παπά και ψάλτη.

Η μάγισσα

Κίνησαν τα καρβάνια τα Ζαγοριανά,
Κίνησε κι ο καλός μου, πάει στην ξενιτιά,
Δώδεκα χρόνους κάνει χώρς απολογιά·
Κι απάν’ σ’ αυτόν τον χρόνο στέλνει απολογιά
Κι ένα χρυσό μαντήλι, μ’ είκοσι φλοριά,
Και στο μαντήλι μέσα μια πικρή γραφή:
Κι έλεγε του καλού μου η πικρή γραφή.
—«Θες, κόρη μου, παντρέψου, θες καλογέρεψε!
Τι εδώ που ‘μ’ ο καημένος, επαντρεύτηκα,
Επήρα μια γυναίκα κόρη μάγισσας,
Μαγεύει τα καράβια, δεν κινούν γι’ αυτού
Με μάγεψε κι εμένα, δεν κινώ κι εγώ.
 Όντας κινώ για να ‘ρθω, χιόνια και βροχές,
Όντας γυρίζω πίσω, ήλιος ξαστεριά.
Ζώνομαι τ’ άρματά μου, πέφτουν κατά γης,
Πιάνω γραφή και γράφω, και ξεγράφεται!»

Τ’ όνειρο του ξενιτεμένου

—Βαριά κοιμάσαι, κόρη μου, βαριά είσαι κι υπνωμένη.
—Βαριά κοιμούμαι, αφέντη μου, βαριά είμαι κι υπνωμένη.
Είδα έν’ όνειρο κακό, που δέλει για τ’ εσένα:
Είδα τον μαύρο σου γυμνό τη σέλα τσακισμένη
Και τ’ αλαφρό σου το σπαθί στο δρόμο πεταγμένο.
—Μη μού σκανιάζεις κόρη μου, και μη βαριοχολιάζεις
Ο μαύρος είναι ξενιτιά κι η σέλα είν’ ο δρόμος
Και τ’ αλαφρό μου το σπαθί ο καλογυρισμός μου.
Λαλούν τ’ αρνίθια δυο φορές, λαλούνε τρεις και πέντε,
Φωνάζουνε μες στο χωριό και μες στο χωροστάσι:
—Ποιος είναι για την ξενιτιά να σηκωθεί να φύγει
Η συντροφιά ξεκίνησε και δεν τόν καρτεράει.

Χ. Χρηστοβασίλης, Διηγήματα της ξενιτιάς

 

Τραγούδια της ξενιτιάς

Παρηγοριά έχει ο θάνατος κι ελεημοσύνη ο Χάρος ο ζωντανός ξεχωρισμός παρηγοριά δεν έχει. Αλησμονώ και χαίρομαι, θυμάμαι και δακρύζω (λυπιούμαι) θυμήθηκα την ξενιτιά και θέλω να πηγαίνω. Σήκω, μάνα μ’ και ζύμωσε καθάριο παξιμάδι (να πάρει ο γιος στη στράτα του στης ξενιτάς το δρόμο.) Με δάκρυα βάζει το νερό με πόνους το ζυμώνει (με πόνους βάζει το νερό με δάκρυα το ζυμώνει) και με τα αναστενάγματα βάνει φωτιά στο φούρνο. (και με πολύ παράπονο βάζει φωτιά στο φούρνο) Άργησε φούρνε να καείς και συ ψωμί να γένεις, για να διαβεί η συντροφιά κι ο γιος μου να μη φύγει. (Για να περάσει ο κερατζής κι ο γιος μου ν’ απομείνει)

Ν. Γύζης, Τα ορφανά

Άσπρα μου περιστέρια, μαύρα μου πουλιά εσείς ψηλά πετάτε κι διαβαίνετε, περάστε κι απ’ τς αυλές μας κι απ’ τς αυλούδες μας. Nα γράψω στα φτερά σας, στα φτερούδια σας, να γράψω στην αγάπ’ να μη μέ καρτερεί, θέλει τα μαύρα ας βάλει, θέλει ας παντρεφτεί. Στον τόπο που ’ρθα τώρα, εδώ θα παντρεφτώ, θα πάρω ένα κουράσι δικαοχτώ χρονώ μάγισσας θυγατέρα, μάγισσας παιδί. Mαγεύει τα καράβια κι δεν αρμενούν μέ μάγεψε κι μένα δεν μπορώ νά ‘ρθω. Όντας κινήσω νά ’ρθω, χιόνια κι βροχές όντας γυρίσω πίσω, ήλιος ξαστεριές…

Γ. Ιακωβίδης, Η στοργή

Διώχνεις με, μάνα, διώχνεις με στ’ αλήθεια θα πααίνω. Αχ, μι τα πουλάκια, αμάν, θα διαβώ κι μι τα χελιδόνια. Αχ και τα πουλιά, αμάν, θαν έρχουνται κι ιγώ πάντα θα λείπου. Αχ, θα πας, μάνα μ’, αμάν, στην εκκλησιά – αχ θα διεις τις νιές, αμάν, θα διεις τους νιούς – θα διεις τα παλικάρια. Αχ, θα διεις τουν τόπου μου, αμάν, εύκηρου και του στασίδι μου άδειου. Αχ, θα σ’ έρθ’, μάνα μ’, αμάν, παράπουνου και πίσου θα γυρίζεις. Αχ σε σταυρουδρόμ’, αμάν, θα κάθισι για μένα θα ρωτάεις. Αχ, θα διείς Τούρκου, αμάν, θα τουν ρωτάς, Ρωμιό θα τουν ξητάζεις: -Aχ, μην είδιατε, αμάν, αχ, μην είδατε μην άκσητε του γιο μου του Γιαννάκη. -Τουν είδιαμε, αμάν, τουν άκσαμε σι πράσινο λιβάδι. Μαύρα πουλιά, αμάν, τουν τρώγανε κι άσπρα τουν τριγυρίζουν.

Ξενιτεμένο μου πουλί και παραπονεμένο, η ξενιτιά σε χαίρεται και ‘γω ‘χω τον καημό σου. Τι να σού στείλω, ξένε μου, εφτού στα ξένα που ‘σαι; να στείλω μήλο σέπεται, κυδώνι μαραγκιάζει, να στείλω και τα δάκρυά μου σ’ ένα χρυσό μαντίλι; Τα δάκρυά μου είναι καυτερά και καίνε το μαντίλι.

Γ. Ιακωβίδης, το κορίτσι

Σαν απόκληρος γυρίζω, στην κακούργα ξενιτιά – περιπλανώμενος, δυστυχισμένος, μακριά απ’ της μάνας μου την αγκαλιά. Κλαίνε τα πουλιά γι’ αέρα και τα δέντρα για νερό, κλαίω, μανούλα μου, κι εγώ για σένα που έχω χρόνια για να σέ ‘δω. Χάρε, πάρε την ψυχή μου, ησυχία για να βρω, αφού θέλησε η μαύρη μοίρα μες στη ζωή μου, να μη χαρώ.

Στίχοι, μουσική:Βασίλης Τσιτσάνης Ερμηνεία:Σ. Μπέλλου

Φεγγάρι, μάγια μού ‘κανες και περπατώ στα ξένα, είναι το σπίτι ορφανό, αβάσταχτο το δειλινό και τα βουνά κλαμένα. Στείλ’, ουρανέ μου, ένα πουλί να πάει στη μάνα υπομονή. Στείλ’ ουρανέ μου ένα πουλί, ένα χελιδονάκι, να πάει να χτίσει τη φωλιά στου κήπου την κορομηλιά, δίπλα στο μπαλκονάκι. Στείλ’ ουρανέ μου ένα πουλί να πάει στη μάνα υπομονή, να πάει στη μάνα υπομονή δεμένη στο μαντίλι προικιά στην αδερφούλα μου και στη γειτονοπούλα μου γλυκό φιλί στα χείλη. Στείλ’ ουρανέ μου ένα πουλί να πάει στη μάνα υπομονή.

Μουσική:Μ. Θεοδωράκης Στίχοι:Ε. Θαλασσινός Ερμηνεία:Γ. Μπιθικώτσης

Τώρα που πας στη ξενιτειά, πουλί θα γίνω του νοτιά, γρήγορα να σ’ ανταμώσω. Για να σού φέρω τον σταυρό που μού παράγγειλες να βρω δαχτυλίδι να σού δώσω. Ήσουν κυπαρίσσι στην αυλή μου αγαπημένο, ποιος θα μού χαρίσει το φιλί που περιμένω. Στ’ όμορφο ακρογιάλι καρτερώ να μου ‘ρθεις πάλι σαν μικρό χαρούμενο πουλί. Χρυσή μου αγάπη έχε γεια, να ΄ναι μαζί σου η Παναγιά κι όταν ‘ρθει το περιστέρι. Θά ΄χω κρεμάσει φυλαχτό στο παραθύρι τ’ ανοιχτό την καρδιά μου σαν αστέρι. Ήσουν κυπαρίσσι στην αυλή μου αγαπημένο, ποιος θα μού χαρίσει το φιλί που περιμένω. Στ’ όμορφο ακρογιάλι καρτερώ να μού ΄ρθεις πάλι σαν μικρό χαρούμενο πουλί.

Ν.Γκάτσος – Μ. Χατζιδάκις Ερμηνεία:Αρλέττα

Διαβάστε Επίσης

Η Τουρκία τερματίζει τις διερευνητικές επαφές με την Ελλάδα

Έντονη η αντίδραση της Τουρκίας στη συμφωνία Ελλάδας-Αιγύπτου