Υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι, που αξίζουν τον κόπο…

- in EDITORIAL, ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ, ΤΕΧΝΗ

Αλκυόνη Παπαδάκη: Υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι που αξίζουνε, διά@ολε, τον κόπο…


Κι εγώ τα ΄καμα θάλασσα, ακούς;

Μα πάλι δεν πίστεψα ποτέ πως τέλειωσε η ζωή…
Δε μ’ αρέσει να σέρνομαι σαν ερπετό… 
Υπάρχει η φύση γύρω μας, που είναι όμορφη
Υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι που αξίζουνε, διάβολε, τον κόπο…
Υπάρχουν οι ιδέες Ο έρωτας… Το κέφι…
Πού τα πας όλ’ αυτά;

Κρητικιά, γεννημένη σε ένα παραδοσιακό σπίτι, έζησε αντισυμβατικά, ανήκει στον χώρο της ευρύτερης Αριστεράς και έχει γράψει δεκαπέντε ψυχολογικά μυθιστορήματα, και δηλώνει ρητά: «Δεν είμαι διανοούμενη».

Σήμερα, η Αλκυόνη Παπαδάκη ζει στη Σαλαμίνα, σε ένα σπίτι με κήπο που απέκτησε χάρη στην τηλεοπτική διασκευή των βιβλίων της.

«Ξυπνάω στα Σελήνια», λέει, «και βλέπω κάθε μέρα 150 ανθρώπους που δεν είναι ζητιάνοι, να περιμένουν φαΐ από τον ναύσταθμο. Νιώθω θυμό, διότι μάς έβαλαν στη φάκα ενός λάιφ στάιλ και τώρα θέλουν να έχουμε ενοχές. ΄Ομως δεν είμαστε Γερμανοί. Ούτε θα γίνουμε. Θα βρούμε άλλους τρόπους να ξεπεράσουμε την κρίση!».

«Υπάρχει χώρος για όλους στη λογοτεχνία. Και για τα εμπορικά βιβλία. Δεν είναι πάντοτε «σκουπίδια”, δεν είναι πάντοτε άχρηστα». Η Αλκυόνη Παπαδάκη δεν αισθάνεται μειονεκτικά απέναντι στους «ποιοτικούς συγγραφείς», που αντιμάχονται τα στερεότυπα και τον κοινωνικό κομφορμισμό. Η κριτικός πρόσεξε μονάχα το πρώτο νεανικό μυθιστόρημά της, το αυτοβιογραφικό «Κόκκινο σπίτι», για το οποίο είχαν γράψει ο Τάσος Βουρνάς, αλλά και η «Καθημερινή».

Τό είχε εκδώσει στα είκοσί της, με δικά της έξοδα, στα μέσα του ’60, και τής άνοιξε την πόρτα να δουλέψει για μια τριετία ως μαχόμενη δημοσιογράφος. ΄Επειτα από αυτό, καμιά μεγάλη υπογραφή δεν ασχολήθηκε με τα δεκατέσσερα μυθιστορήματα που έγραψε από τα τέλη του ’80 μέχρι σήμερα, σαρώνοντας στις πωλήσεις πολύ πριν εμφανιστούν στην αγορά η Μάρα Μεϊμαρίδη ή η Λένα Μαντά. Η Παπαδάκη γράφει ψυχολογικά μυθιστορήματα και διαφέρει ως συγγραφέας (και τό ξέρει) τόσο από τις ιέρειες της λεγόμενης ροζ λογοτεχνίας – όσο και από τις ψαγμένες συμπατριώτισσές της, τις Κρητικές Γαλανάκη, Γιαννακάκη, Δούκα, Καρυστιάνη και γενικώς από τους εκπροσώπους της «απαιτητικής λογοτεχνίας», που καλλιεργούν τον πολιτικοκοινωνικό προβληματισμό.

«Η επίσημη ελληνική γραμματεία μέ έχει ολίγον τι χε@μένη», λέει χωρίς ντροπή. «Κάποτε αυτό μέ πίκραινε, αλλά τό έχω ξεπεράσει πια. Μπορεί να μην έχω τον έπαινο του Δήμου και των Σοφιστών, έχω όμως κερδίσει τον έπαινο του Κοινού και αυτό μού δίνει δύναμη». Πράγματι, με ελάχιστες εξαιρέσεις, τα μυθιστορήματά της – όλα από τις εκδόσεις Καλέντης – δεν πουλάνε ποτέ λιγότερο από 80.000 αντίτυπα, με κορυφαίο το «Στο χρώμα του φεγγαριού», που από το 1995 έχει φτάσει τα 350.000 αντίτυπα και έχει γίνει σίριαλ στον Ant1, όπως έγινε σίριαλ (στο Star) και το «Σαν χειμωνιάτικη λιακάδα».

Το όπλο της Αλκυόνης Παπαδάκη είναι ο άκρατος λυρισμός, που μπορεί ως στυλ να είναι ντεμοντέ, περνάει όμως σε ένα πλήθος αναγνωστών, οι οποίοι αναζητούν στα βιβλία της την παρηγοριά. Στα περισσότερα μυθιστορήματά της διακόπτει την πλοκή με «ιντερμέτζα»  {intermezzo < λατινική intermedius < inter + medius < πρωτοϊταλικά *meðios <} εσωτερικής αναζήτησης, όπου συνομιλεί λ.χ. ένα δένδρο με ένα αστέρι, ή όπου οι αγαπημένες της κάργιες συζητούν τα ανθρώπινα.

«Εγώ δεν κάνω τον ψυχοθεραπευτή του αναγνώστη. Γίνομαι το φιλαράκι του», λέει. «Δεν πάω να τόν αναλύσω – ούτε να τόν κρίνω, αλλά προσπαθώ να τόν κάνω να αισθανθεί ότι είμαι κοντά του στο λάθος του, στην τρέλα του, στην υπέρβαση, στην απόγνωση ή στη χαρά του». Η μεγάλη διαφορά της από τους περισσότερους έλληνες συγγραφείς της εμπορικής λογοτεχνίας είναι ότι τα μυθιστορήματά της δεν κλείνουν με «happy_end». Κλείνουν όμως «με μια ελπίδα, μια φωτεινή αχτίδα για τη ζωή που συνεχίζεται».

«Πιστεύω στην ανάγκη του ανθρώπου να έχει κάποιον πλάι του».

Η προσωπική της ιστορία είναι τραγική και αισιόδοξη, όπως τα μυθιστορήματά της. Κόρη δασκάλου με παράσημο από τον πόλεμο της Αλβανίας, γεννήθηκε σε ένα αστικό σπίτι στο Νιο Χωριό κοντά στα Χανιά και ήταν μόλις πέντε χρονών, όταν η ζωή της αναποδογύρισε. Ο πατέρας, η μάνα, η γιαγιά και ο παππούς της οδηγήθηκαν στη φυλακή, προκειμένου να εκβιαστεί ο άλλος αδελφός της μητέρας της, ονομαστός αντάρτης τον οποίο είχαν επικηρύξει οι εθνικόφρονες, ώσπου κάποιος τόν κατέδωσε (ο απόηχος υπάρχει στο μυθιστόρημα «Η μπόρα»), τόν εκτέλεσαν και περιέφεραν το κομμένο κεφάλι του. Τότε, αποφυλακίστηκε η οικογένειά της, αλλά η μάνα της αρρώστησε από το ψυχολογικό σοκ και ο παππούς της πέθανε από τη στενοχώρια του.

Η μικρή Αλκυόνη μεγάλωσε με τη δυναμική γιαγιά της, μιλώντας για συντροφιά στα δένδρα και τις κάργιες και λαχταρώντας να φύγει από το μαυροντυμένο σπίτι της, όπου μπαινόβγαιναν οι γιατροί. Γι’ αυτό και στο γυμνάσιο πήγε εσωτερική στη γαλλική σχολή Saint Joseph των Χανίων και έπειτα έφυγε στην Αθήνα, δήθεν για να σπουδάσει στο πανεπιστήμιο. ΄Ετσι, κατάφερε να αυτονομηθεί και να κάνει απανωτές προσωπικές επαναστάσεις. Παρακολούθησε δημοσιογραφικά μαθήματα στην Ελληνοαμερικανική ΄Ενωση, ενώ παράλληλα έγραφε το «Κόκκινο σπίτι», και έστειλε επιστολή, ζητώντας δουλειά στον Χρήστο Λαμπράκη. ΄Ετσι βρέθηκε μαθητευόμενη του Νίκου Κακαουνάκη στα «ΝΕΑ» και έπειτα, με πρόσκληση του Βουρνά, στην «Αυγή». Εκεί, άρχισε να κάνει ελεύθερο ρεπορτάζ, ενώ διαμόρφωνε αριστερή συνείδηση και παράλληλα συζούσε με έναν δημοσιογράφο, τον οποίο ακολούθησε στο Παρίσι εξαιτίας της χούντας και όταν επέστρεψε στην Ελλάδα τής πήραν το διαβατήριο, επειδή είχε φάκελο. Στις αρχές του ’70 συνάντησε τον σημερινό σύντροφό της, παντρεύτηκε, αφοσιώθηκε στο σπιτικό και στον γιο της, χώρισε, τά ξαναβρήκαν, απέκτησε εγγονάκι.

Στο μεταξύ, όμως, κόλλησε με τη λογοτεχνία, «γιατί η οικογενειακή ζωή δεν μού έφτανε». Κι έτσι από τα 45 της, κάθε δεύτερο χρόνο εκδίδει από ένα μυθιστόρημα. ΄Ολα γραμμένα στο χέρι, με ένα μαρκαδοράκι σε κόλλες αναφοράς!

«Βαρκάρισσα της χίμαιρας», «Ξεφυλλίζοντας τη σιωπή», «Στο ακρογιάλι της ουτοπίας»… Οι τίτλοι των μυθιστορημάτων της είναι καμιά φορά γλυκανάλατα ρομαντικοί, αλλά η ματιά της φιλοδοξεί να είναι ρεαλιστική όσον αφορά τις διαπροσωπικές σχέσεις. «Δεν πιστεύω στην έμπνευση», εξηγεί. «Δεν είναι κάτι που «έρχεται”, αλλά κάτι που είτε υπάρχει μέσα σου -είτε δεν υπάρχει. ΄Εμπνευση σημαίνει για μένα να περπατάς στον δρόμο και το μυαλό σου να δουλεύει σαν κάμερα. Αυτό κάνω εγώ. Παρακολουθώ τους ανθρώπους πώς αντιδρούν στα γεγονότα της ζωής και ψάχνω τι υπάρχει από πίσω, στα σκοτεινά. Ποιο είναι το σχήμα που παίρνει η ψυχή τους».

Συνέντευξη: Της Μικέλας Χαρτουλάρη από Τα Νέα

Αγαπημένα Αποσπάσματα

Πάρε το βλέμμα σου από τα πόδια σου… Κοίταξε πέρα, μακριά, στον ορίζοντα… Εκεί σέ περιμένει η ζωή… Μπροστά… Αλκυόνη Παπαδάκη

Η ζωή δεν μαθαίνεται από δεύτερο χέρι. . .
Δεν είναι μια κυρία, που φτάνει μόνο να στή συστήσουν
με όλους τους κανόνες της ευγένειας κι εσύ
να χαμογελάς,.. να κάμεις ελαφρά υπόκλιση και
να πεις: χαίρω πολύ…
Ζήσε, για να μάθεις…
Πάρε τα ρίσκα σου. . .
Μη φοβάσαι…

Δεν ειναι πιά η ζωή μου μια πορεία στην έρημο…
ξαφνικά η έρημος γέμισε κόκκινα τριαντάφυλλα…

ξαφνικά οι μέρες μου γέμισαν ήλιο…

ξαφνικά οι νύχτες μου γέμισαν δίδυμα φεγγάρια…!

Για κοίτα, φίλε μου, πώς γυρίζει ο τροχός!
Δε χάθηκε ο ήλιος… στο σκούρο σύννεφο κρύφτηκε…

περίμενε λίγο… όλα θα αλλάξουν

Δε σού κράτησα ποτέ κακία. Παράπονο μόνο…

Να ήξερες πόσες νύχτες προσπαθούσα με τη σκέψη μου να επικοινωνήσω μαζί σου…

Να σού στείλω ένα μήνυμα… Κι εσύ δεν άκουγες…

Ξέρεις,ο πονεμένος αποζητά τον ίσκιο ενός ανθρώπου,

για να καθήσει από κάτω, να κουρνιάσει και να κλάψει με την ησυχία του.

Ο πόνος θέλει μια σκέψη.

Ένα καταφύγιο για να καταλαγιάσει. Όταν δεν υπάρχει τίποτα γίνεται πιο σκληρός.

Πιο κοφτερός. Σέ παίρνει το κατόπι κι όπου σέ βρει σέ μαχαιρώνει,

ώσπου να σέ ρημάξει…

Μόνο οι πολύ δυνατοί, οι πολύ οχυρωμένοι τά βγάζουν πέρα.

Κι εγώ δεν ήμουν ποτέ τόσο δυνατή.

Και καθόλου οχυρωμένη.

Εσύ ήσουν πάντα ένας καλός καραβοκύρης.

Είχες πυξίδα…

Κρατούσες την ρότα σου σταθερή

Άραξες το σκέφος σου σε απάνεμο λιμάνι

Εγώ το δικό μου τό βούλιαξα…

Ναυάγησα…

Ήρθα εδώ, γιατί μέ πέταξαν τα κύματα…

Ταξίδευα σ’ ένα άγνωστο πέλαγος κι είχα τ’ αυτιά μου ανοιχτά μόνο για τις σειρήνες..

Όπου μού λεγαν πήγαινα…

να παιχνίδι είναι ο έρωτας και εσύ δεν τό έμαθες ακόμη…

Τι λες πως είναι η ζωή;
Ένα λουλούδι, μια δροσιά, ένα τραγούδι!
Μη με κοιτάς… θέλει βουτιά ο έρωτας…

«Κι αν θες να ξέρεις, δεν υπάρχουν ούτε τόσο καλοί, ούτε τόσο κακοί. Όλοι είμαστε λίγο απ’ όλα. Ανάλογα με το τοπίο, αλλάζουμε μορφή. Κάπως σαν τους χαμαιλέοντες.”

«Τι παλιόκαιρος σήμερα… Βρέχει από το πρωί. Δεν ξέρω γιατί, αλλά η νοσταλγία έχει το άρωμα της βροχής…».

«Αυτός ο κόσμος ο κερατάς- μού ‘λεγε μια φορά η φίλη μου η Βιργινία – λες κι είναι καμωμένος μόνο γι’ αυτούς που ξέρουν να καταπατούν. Γι’ αυτούς που στήνουν ταμπέλες. Που κάνουν περιφράξεις και βάζουν μέσα άγρια σκυλιά για φύλακες. Αυτός ο κόσμος ο κερατάς λες κι είναι καμωμένος, μόνο για μπρατσωμένες ψυχές».

«Τι θα ‹ ανα χωρίς εσένα, Νανώ… (Μου ‘γραφε κάποτε σ’ ένα σημείωμα). Τι αξία θα είχαν οι ακρογιαλιές της ψυχής μου, αν δεν στεκόσουνα εκεί, να μέ περιμένεις…»;

«Τα κύματα σ’ οδηγούν εκεί που  θέλουν να σέ ξεβράσουν. Είναι να μη βρεθεί η ψυχή σου, άδειο κοχύλι, πεταμένη στο θυμό τους. Κάποιοι όμως είναι τυχεροί. Στ’ άδεια κοχύλια της ψυχής τους οι Γοργόνες κρύβουν τα τραγούδια τους. Κάποιοι… δε θα τούς βρεις σε κάθε βήμα σου…».

«Το πιο όμορφο γαλάζιο της ψυχής μου τό ξόδεψα, προσπαθώντας να γλυκάνω το βλέμμα της απουσίας».

«Συμβαίνει κι αυτό. Να ‹ εις ρίξει κάτω τον άλλον κι ύστερα να βγαίνεις στη ράχη του, να χοροπηδάς και να προσπαθείς να τόν πείσεις (συχνά τον πείθεις) πως είναι ένοχος, γιατί η ράχη του έχει κόκκαλα και σού πληγώνουν τα βελούδινα ‹ πατουχάκια’ σου…».

«Πάνω σ’ ένα ζουμπούλι, ξεψύχησε η Άνοιξη…»

«Αν δεις την ψυχή μου, με ματωμένα γόνατα να τρέχει κοντά σου, μην τρομάξεις. Δεν είναι τίποτα, καλέ. Από το παιχνίδι είναι. Όλα τ’ απογεύματα της ζωής τά πέρασα παίζοντας κυνηγητό με τα όνειρά μου».

«Αυτό το ”απόλυτα εντάξει” πάντα μέ τρόμαζε. Μού δημιουργούσε μια αποστροφή κάτι σαν ναυτία. Κάτι μού ‘λεγε πως η αγάπη δε βολεύεται στην απόλυτη τάξη. Είναι στο λίγο, στο ελάχιστο φάλτσο. Στο αδιόρατα στραβό. Δεν είναι πουκάμισο κολλαριστό η αγάπη. Είναι ρούχο τσαλακωμένο. Φορεμένο. Με τα σημάδια του ιδρώτα να διακρίνονται πάνω του».

«”Να ονειρεύεσαι…” μού ‹λεγε ένας φίλος, που μ’ αγαπούσε και μέ ήξερε καλά.

Τα όνειρα, συνήθως, προδίδουν.

Παραπλανούν.

Καμιά φορά και σκοτώνουν.

Όμως, δεν γίνεται να ζεις χωρίς να ονειρεύεσαι…

Δεν έχει νόημα.

Δεν έχει ουσία.

Να ονειρεύεσαι!

Κοίτα μόνο να ‘χεις σταμπάρει καλά την έξοδο κινδύνου από τα όνειρά σου.

Τότε σώζεσαι…

Και ποια είναι η έξοδος κινδύνου;

Τίποτα δεν είναι στη ζωή, το παν!

Έχει και παρακάτω…;

Έχει κι άλλο…

Προχώρα, λοιπόν, ξεκόλλα!

Αυτή είναι η έξοδος κινδύνου!».

«Καθένας έχει διαλέξει μόνος του το σταυρό του, άσχετα αν δεν τό παραδέχεται, ή αν δεν τό συνειδητοποιεί πολλές φορές».

«-Εγώ την τρέλα μου τήν φοράω καπέλο, μεγάλε. Δεν τήν αφήνω να μού γίνει θηλιά. Κι όσο για την παράγκα μου, μόλις δω πως πιάνει κοριούς, ανάβω ένα σπίρτο και τήν καίω. Δεν το ‘χω για τίποτα. ‘’Πόσο κάνει;’’ Λέω στη μοίρα μου. Τι χρωστάω; Τόσο… Μού λέει. Παρ’ τα και δίνε του. Έχω ένα ραντεβουδάκι με την επόμενη μέρα…».

«Δε φοβήθηκα ποτέ μου τη βροχή. Φοβήθηκα πολλές φορές όμως αυτούς που μού φώναζαν να γυρίζω πίσω, για να μού δώσουν μια ομπρέλα».

«Σκέφτομαι… Σκέφτομαι… Γιατί να μην έχουν οι άνθρωποι ουρά, Νανώ; Μη γελάς. Θα τήν κουνούσαν όπως τα σκυλιά και θα καταλαβαίναμε από μακριά τις προθέσεις τους. Σου είπα, μη γελάς…».

«Άσχετο, αλλά:

Ποτέ μου δεν αγάπησα τους θριαμβευτές. Τους τροπαιούχους.

Πάντα μέ φοβίζει το ποδοβολητό των καβαλάρηδων.

Αγάπησα τους μοναχικούς. Τους ορειβάτες. Τους κουρασμένους παλιάτσους.

Αγάπησα αυτούς που έχουν ένα στυφό χαμόγελο και ψάχνουν ένα ανθισμένο κλαδί, για να ενωθούν ξανά με τη ζωή.

Αυτούς που, όταν γλιστρήσουν στη λακκούβα με τα λασπόνερα, γελάνε με το χάλι των ποδιών τους.

Καθόλου δε λυπάμαι, που μέ πέταξε έξω από τη δεξίωση ο πορτιέρης, γιατί δε φορούσα το κατάλληλο ένδυμα.

Λυπάμαι μόνο που σπατάλησα πολύτιμο χρόνο, ψάχνοντας τις λάθος διευθύνσεις, που μού είχαν χώσει στην τσέπη διάφοροι επιτήδειοι.

Λυπάμαι μόνο που δεν μπορώ πια να φοράω κατάσαρκα το βλέμμα των ανθρώπων».

«Θυμάμαι ακόμα εκείνο το γλάρο τον μοναχικό. Πετούσε γρήγορα προς την αντικρινή στεριά, σαν να ήθελε να γλυτώσει από το βλέμμα του Θεού. Θυμάμαι ακόμα εκείνη τη θάλασσα. Τόσο απόλυτα, τόσο αλαζονικά γαλάζια…».

Διαφορετικό
άρωμα άγριου κύμινου

Ενοχή
σαν τα καπέλα των μανιταριών, κάτι σαν μούχλα από μπαγιάτικο ψωμί

Έρωτας
άρωμα ροδακινιού

Λάθος
άρωμα κόκκινου σταφυλιού

Νοσταλγία
σαν μανουσάκι στο λόφο, την ώρα του δειλινού

Όνειρο
άρωμα δυνατό, μεθυστικό, άρωμα νάρκισσου

Πάθος
αφρισμένη θάλασσα και σάπια φίκια, μια βαριά μυρωδιά ιωδίου

Φιλί
μυρωδιά άγριου τριαντάφυλλου

Φόβος
μυρωδιά καμένου ρούχου

Χάδι
μυρωδιά κανέλας

Χαμόγελο
άρωμα μανιταριού, όταν τού πατάς τη φλούδα με το νύχι σου.


Η αγάπη, μια σιγανή βροχή που τραγουδάει πάνω στη λαμαρίνα, αυτό πρέπει να είναι η αγάπη. Το πάθος σεληνιάζεται, μάτια μου. Αφηνιάζει σαν το μουλάρι κι αρχίζει το ποδοβολητό. Ουαί και τρισαλίμονο σ’ όποιον βρεθεί στο πέρασμά του! Δεν έχει έλεος το πάθος, δεν έχει σταματημό…

Φύλλο δεν κουνήθηκε… άνοιξε με δύναμη την ουρά της και γρατσούνισε τα όνειρα μιας νυχτερίδας, που είχε κρεμαστεί ανάποδα στο γιακά της σιωπής.

Σέ πνίγει η αγάπη, όταν σέ πιάνει από το λαιμό, έτσι δεν είναι…; Έτσι ακριβώς…. Η αγάπη πρέπει πάντοτε να σέ συνοδεύει· να σού κρατάει συντροφιά· να γέρνεις στον ώμο της και να ονειρεύεσαι. Αν πέσει απάνω σου και σέ πλακώσει, τελείωσες.

Πού ξέρω; Μπορεί να τής είπαν, πως μόνος του κανείς γίνεται από σκουλήκι πεταλούδα. Μόνο που πρέπει πρώτα ν’ αγαπήσει και ν’ αγαπηθεί. Μπορεί να τής είπαν, πως όλ’ αυτά τελικά είναι όνειρο, μια φαντασίωση, μια κυριακάτικη εκδρομή στο βλέμμα του Θεού… Πού ξέρω;

Χα, οι άνθρωποι! Κατεβάζουν ολόκληρο στόλο και βάζουν μπρος τα κανόνια, για να κυνηγήσουν ένα ζευγάρι κοχύλια, που ξελογιάστηκαν και βγήκαν τσάρκα στην αμμουδιά. Ένα ζευγάρι Κατειρήνες που ήθελαν να γίνουν κάποτε αστέρια.

Τι μπορεί να προσφέρει, αλήθεια, ένα κίτρινο φύλλο, που θέλησε να πάει κόντρα στο ρεύμα του ποταμού; Μπορεί να μάθει το ποτάμι να ονειρεύεται…

Να είχα, λέει, μιαν αγάπη σαν αλάνα… Να κυλιόμουνα μέσα της, να ‹ ανα τούμπες, να ‘πλωνα την αρίδα μου, να λιαζόμουνα… Να ‘ρχόντανε τα όνειρά μου σαν τις κάργιες να φτεροκοπούν πάνω από το κεφάλι μου. Βαρέθηκα να χώνω τη ρημάδα την ψυχή μου στα νουλάπια και να της κρεμώ αρωματικά σακουλάκια να μην τή φάει ο σκόρος. Βαρέθηκα να περπατώ με την πλάτη κολλημένη στα ντουβάρια, γιατί νιώθω γύρω μου το θόρυβο από τα μαχαίρια που ακονίζονται. Είναι πολύ, ρε ΄σεις, αυτό που ονειρεύτηκα; Μιαν αγάπη λέω, σαν αλάνα. Ν’ απλώσω την αρίδα μου να λιαστώ.

Η ερημιά είναι όπως η φωλιά της αράχνης…. Μόνος του τήν πλέκει κανείς. Βγάζει την κλωστή από μέσα του, σαν το σάλιο.

Έμαθα να χτίζω τείχη, όχι για να εμποδίσω κάποιους να μπουν στη ζωή μου, αλλά για να δω ποιοι θα σκαρφαλώσουν, για να μπουν στην καρδιά μου…

«Αυτού του είδους οι στροφές είναι άτιμες. Συνήθως, σέ πετάνε στον γκρεμό. Δεν έχουν ορατότητα. Μόνο με τα μάτια της ψυχής μπορείς να τις ξεπεράσεις” Α.Π.

Είναι μερικοί που έχουν μέσα τους κακοφορμισμένες
πληγές. Πλησίασέ τους. Μην τούς ψηλαφάς.
Πληγώθηκε. Δώσε το χέρι σου στον άλλον, χωρίς
να κρίνεις. Κάνε του λίγο χώρο μέσα σου να ξαποστάσει.
Σε αυτό το κόσμο, παλικάρι, όλοι έχουμε μερίδιο σε όλα.
Μερίδιο στη χαρά, στα λάθη, στην απόγνωση…

Αυτή πια η ανόητη προσμονή σου,
πως οι «άλλοι” κάποτε θ αλλάξουν.
Ξέχνα την, να χαρείς.
Οι «άλλοι” τήν έχουν καταβρεί στην πουπουλένια σου πλατούλα.
Εσύ ν΄ αλλάξεις ρότα. Τώρα. Αν μπορείς.

Αν δεν μπορείς τουλάχιστον μη θορυβείς…

Να γλύφεις τ’ακριβό σου ψεμματάκι και να τό απολαμβάνεις, σαν ώριμο καρπό. Μόνο να ξέρεις, πως, όταν φτάσεις στο κουκούτσι, πρέπει αμέσως να τό φτύσεις. Μην ξεχαστείς και γλείφεις σαν ηλίθιος μια ζωή κουκούτσια.

Ίσως και να σέ συμπαθουσα, αν παρεμενες μια απλή
σουπιά. Αλλά όχι και να προσπαθείς να γράψεις
ιστορία με το μελάνι σου…..

Σ’ έσπρωξε; Σ’ έριξε κάτω και σέ τσαλαπάτησε; Έβγαλε σουγία και σέ χάραξε; Ε! Αφού μετά σού είπε sorry ο άνθρωπος!

Αναρωτιέμαι πάντα, γιατί λακίζουν τα όνειρα μόλις φτάσουν στην πύλη
της πραγματικότητας.
Γιατί δεν μάς περιμένουν εκεί, να μάς υποδεχτούν….
Κι αν κάποιο τύχει και ξεμείνει, γιατί γέρνει μαραμένο και δακρύζει…

-΄Υστερα, με το πέρασμα του καιρού,απομακρυνθήκαμε.
Χαθήκαμε.
Μάς πήρε παραμάζωμα η ζωή.
Ποτέ δεν μπόρεσα να καταλάβω πώς γίνεται να χάνεσαι από εκείνους
που πολύ αγάπησες.

Ν΄ αφήνεις πίσω σου βαλίτσες με πολύτιμες αποσκευές.
Τρέχει το τρένο, π΄ ανάθεμά το… Τρέχει περισσότερο από τις
αντοχές σου. Ζαλίζεσαι…
Κι όλο ονειρεύεσαι να γυρίσεις πίσω, στους σταθμούς που αγάπησες.
Στους σταθμούς όπου ξέχασες τις πολύτιμες αποσκευές σου.
΄Ολο ονειρεύεσαι…

«Αν έχεις μπροστά σου έναν τοίχο», έλεγε στον εαυτό της η Σαραγώ, «το πιο ανόητο είναι να παίρνεις φόρα και να κουτουλάς. Κάθησε κάτω, βολέψου κι άρχισε να προβάλλεις σ’ αυτόν τον τοίχο τα τοπία της δικής σου ψυχής. Έτσι κι αλλιώς, στην ουσία, όλοι είμαστε μόνοι. Μπορεί ν’ ανήκουμε στην αγέλη, αλλά καθένας κοιτάζει το δικό του αστέρι».

΄Ομως… Συμβαίνει συχνά, όταν δε θέλεις ν’ αντικρίσεις εκείνο που φοβάσαι, να γυρίζεις αλλού τα μάτια σου. Ενώ νιώθεις φανερά τον ίσκιο του πίσω σου, εσύ πλησιάζεις στο ανοιχτό παράθυρο, χαριεντίζεσαι και αναφωνείς: <Αχ! Τι ωραία θέα!!>

Όταν μετράω τα κουμπιά της ψυχής μου, πάντα μού λείπουν μερικά. Τά ‘χασα; Μου τά κλέψανε; Τά κατάπια; Τά χάρισα; Κύριος είδε. Άντε, τώρα, να τήν κουμπώσω τη ρημάδα. Άντε να τήν προφυλάξω…

Πόσες φορές αλήθεια συναρμολόγησες τη διαμελισμένη σου ψυχή…;
Σάμπως θυμάσαι…;
Πόσες νύχτες τρύπησες,για να βγεις στο φως…;
Πόση βροχή κατάπιες…;
Πόσους ανέμους έκρυψες στην αγκαλιά σου…;

Τώρα, μού γραφεις…”Είμαι καλά. Βρήκα μια θέση στη ζωή. Μπορεί προσωρινά. Αλλά να ξέρεις είναι θεωρείο!
Επιτέλους, μού χαρίστηκε Ο Θεός”
Αμ,δε στή χάρισε ο Θεός τη θέση, μάτια μου.
Στήν πούλησε. Και μάλιστα, πανάκριβα!

Θυμάσαι ένα χειμωνιάτικο πρωινό, που ήρθα
και σέ ξύπνησα, χωρίς να μέ περιμένεις;
Σέ πήρα από το χέρι και περπατήσαμε στους δρόμους,
μέσα στο κρύο και στη βροχή.
Δεν κάναμε τίποτα σπουδαίο.

Δεν λύσαμε κανένα πρόβλημα του κόσμου.
Κρατιόμαστε χέρι-χέρι, λέγαμε ό,τι μάς ερχόταν
στο κεφάλι και γελούσαμε.
Δε σού είπα πόσο είχα ανάγκη εκείνη την ημέρα να σέ δω.
Πως δεν άντεχα να κουβαλήσω ως το βράδυ
την ψυχή μου.
Δε σού είπα πόσο μού είχες λείψει…

Σού τραγουδά απ’ έξω η χαρά.
Γιατί βάζεις μπαμπακι στ’ αυτιά σου;

Η μοναξιά! Η μοναξιά ήταν δυο νούμερα μεγαλύτερη
από την αντοχή του.

Αξίζει να ζεις μέσα στη γυάλα, από φόβο μην πληγωθείς;
Ζήσε τη ζωή σου ελεύθερα!
Κι όταν τσακίζεσαι, να ‘χεις το θάρρος να λες: Με γεια μου, με χαρά μου!
Φτου κι από την αρχή τώρα… Όχι κακομοιριές και κλαψούρες.
Η ζωή είναι όμορφη, παλικάρι μου, μόνο όταν τήν ζεις…

Όταν κυλιέσαι μαζί της…
Πότε σε λασπουριές και πότε σε ροδοπέταλα…
Κρατάς τις αναμνήσεις σου και προχώρα…
Μια περιπλάνηση είναι το διάβα μας σ’ αυτό το κόσμο…
Μια περιπλάνηση ανάμεσα ουρανού και γης…

«Όλα σε ‘μένα βρήκαν να συμβούν;” Αυτή την καραμέλα γλείφεις συνεχώς και κλαίγεσαι. Όλα συμβαίνουν σε όλους μάτια μου. Στ΄ορκίζομαι….Δες τα όλα από την αστεία τους πλευρά. Κάνε λίγο καλαμπούρι. Έστω και μαύρο. Ωφελεί. Κι αν θες να ξέρεις ο μεγαλύτερος χωρατατζής είναι ο Θεός. Ακόμα, δεν τό ΄χεις καταλάβει;

dinfo.gr

 

 

Διαβάστε Επίσης

O Πούτιν χορεύει στο γάμο της Αυστριακής ΥΠΕΞ !

… Υπό τους ήχους μιας χορωδίας Κοζάκων !