Αύγουστος 19, 2018
ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ

Τώρα, Τα Πουλιά – Τώρα, Τα Χελιδόνια – Ά ν ο ι ξ η ! {Δημοτικό Τραγούδι}

Τώρα τα πουλιά, τώρα τα χελιδόνια

Tης Ελένης Σαραντίτη




Σύμφωνα με τον Claud Charles Fauriel (1772-1844)*  το εν λόγω τραγούδι μιλά για τον ερχομό ενός νέου από αποστολή πολέμου. Κουρασμένος, στενοχωρημένος και ξάγρυπνος, ξάπλωσε ευθύς στο κρεβάτι κι έπεσε σε ύπνο βαθύ και ούτε άκουγε, ούτε και ενέδιδε στα παρακαλετά και στα γλυκά καλέσματα της αγαπημένης του, που είχαν ως εξής:

Τώρα τα πουλιά, τώρα τα χελιδόνια, τώρα οι πέρδικες

τώρα οι πέρδικες γλυκολαλούν και λένε:

-Ξύπνα, αφέντη μου, ξύπνα καλέ μου αφέντη, ξύπνα αγκάλιασε.

Ξύπνα, αγκάλιασε κορμί κυπαρισσένιο, άσπρονε λαιμό.

Κι άσπρονε λαιμό, βυζάκι σαν λεμόνι, σαν κρούσταλλο νερό.

Σαν κρούσταλλο νερό, σαν τη δροσιά του Μάη- Ας με Λυγερή.

-Ας με Λυγερή, λίγον ύπνο να πάρω, γιατί ο αφέντης μου·

γιατί ο αφέντης μου στη βίγλα μ’ είχε πάλε.

Γνωρίζω όμως ότι στη μικρή μας πόλη, στη Νεάπολη Λακωνίας, μα και σε άλλες περιοχές του τόπου μας, το τραγούδι αυτό, ένα από τα πάμπολλα πολύτιμα διαμάντια του ελληνικού λαού, το οποίο σήμαινε το ζευγάρωμα των νεονύμφων κι επάνω στην καλύτερη ώρα του γαμήλιου γλεντιού και μόλις έπιαναν όργανα και τραγουδιστές τον σκοπό του, το ευτυχισμένο ζευγάρι, μες στις ευχές, μες στις χαρές, τα γέλια και τα καλοπροαίρετα πειράγματα των συνδαιτυμόνων, πιασμένο από το χέρι, αποχωρούσε. Η νύφη με το κεφάλι χαμηλωμένο, ρόδινη κάτω από το άπλετο φως, ο γαμπρός με βήματα σταθερά, κατακτητικά, έγερνε επάνω της περήφανος και δυνατός. Δεν μιλούσαν. Βιάζονταν. Ο παράδεισος δεν μπορούσε να περιμένει…

Δεν θα ήμουν ούτε δέκα χρονών στο γάμο του νονού μου, ενός στιβαρού, λεβέντη άντρα που είχε ζήσει στην Αμερική. Πιλότος. Στην Πολεμική Αεροπορία. Αρχές Σεπτεμβρίου στη μοσχοβολημένη φιλόξενη αυλή της γειτόνισσας Τζέτζου, είχαν στρωθεί τα τραπέζια σε σχήμα Πι. Πάνω τους και του πουλιού το γάλα. Και οίνος ο ευφραντικός από τα αμπέλια του νονού, ο οποίος κοίταζε γλυκά και με μελένιο, ελαφρώς βασιλεμένο μάτι την όμορφη Αθηναία γυναίκα του, με ευφραμένη «την καρδίαν» και αυτός. Όταν, μες στη ζάλη και την παραφορά του γλεντιού κι ενώ λαλούσαν τα όργανα, λαλούσε και η κόρη του βιολιτζή, Φρειδερίκη το όνομά της, Αηδόνα θα τής ταίριαζε καλύτερα με τη φωνή που είχε.

Όταν λοιπόν η καλλικέλαδη κοπέλα πήρε τις πρώτες λέξεις από το γνωστό τραγούδι και με τις πρώτες δοξαριές του πατέρα της, μην τόν είδατε τον νονό μου. Μες στις ευωδιές του κήπου και τις βουνίσιες νυχτωμένες κραυγές, που έφθαναν μέχρις εμάς απόμακρες και ανατριχιαστικές, με τους ομοτράπεζους στα μεγάλα κέφια, άρπαξε με βιάση την όμορφη και συνεσταλμένη Σοφία, την νεόνυμφη, και χάθηκαν στο σκοτάδι της διπλανής αυλόπορτας, σκιασμένης εντελώς από την ακμαία ακόμη κρεβατίνα· και τότε, και δίχως προσυνεννόηση, όλοι, φίλοι και συγγενείς, άνδρες και γυναίκες, νέοι και παιδιά, τραγούδησαν εν χωρώ το παλαιότατο και πολυαγαπημένο νυφιάτικο:

«Απάνω στη, μαύρα μου μάτια

          Απάνω στην τριανταφυλλιά

          Απάνω στην τριανταφυλλιά

          Χτίζει η πέρδικα φωλιά

          Χτίζει η πέρδικα φωλιά και μπαινοβγαίνουν τα πουλιά

Και σειέται -μαύρα μου μάτια- και σειέται η τριανταφυλλιά

Μέσα στης νύφης την ποδιά.

Και μπαινοβγαίνουν χελιδόνια

Και τα γλυκόλαλα τ’ αηδόνια…»

Τα τριαντάφυλλα, εννοείται, ότι έπεφταν στην ποδιά της νύφης για την πλούσια καρποφορία της…

Βεβαίως, σε άλλες περιοχές της πατρίδας μας που έτυχε -παλαιότερα- να παρευρεθώ σε παρόμοιο ευτυχές γεγονός, τα τραγούδια που συνόδευαν το ζευγάρι, όταν αποχωρούσε από το γλέντι, ήταν διαφορετικά, εξίσου ωραία, ποιητικά, μεγάλου κάλλους τραγούδια, να, όπως αυτό, στη Φθιώτιδα ήμουν, θυμάμαι:

«Σ’ όσους γάμους κι αν επήγα

          τόσηνε χαρά δεν είδα,

          ναν’ η νύφη μας παγώνι

          κι ο γαμπρός μας χελιδόνι.

          Παν’ στης νύφης το κεφάλι

          κάθονται τρία πουλάκια

          το ‘να τρώγει τα’ άλλο πίνει,

          τ’ άλλο κελαηδεί και λέγει:

          Ναν’ η νύφη μας τρυγόνα

          κι ο γαμπρός χρυσό γεράκι

          και τα δυο τα συμπεθέρια

          περιβόλι με τα δέντρα!»

Είναι μες στον γεμάτο συναίσθημα και καλαισθησία ψυχισμό του λαού μας η αγάπη και ο σεβασμός του στα πουλιά. Τά τραγούδησε. Τά συντρόφεψε. Συνομίλησε μαζί τους. Τά έκανε αγγελιαφόρους στέλνοντας μέσω αυτών αγγέλματα χαράς ή θλίψης. Μαντάτα οικογενειακά. Ακόμη και πατριωτικά. Φόρτωσε τους καημούς του σ’ αυτά. Αλλά και τις χαρές του. Τις φουρτούνες του και τα παράπονά του. Τους έρωτές του. Ιδού ένα κόσμημα παμπάλαιο, αστραφτερό από την Ανατολική Θράκη :

«Μαύρο μου χελιδόνι από την

          αραπιά

          άσπρο μου περιστέρι από τον

          τόπο μου

          εσείς ψηλά πετάτε για

χαμηλώσετε

κι ανοίξτε τα φτερά σας και τα

φτερούδια σας

να στείλω ένα γράμμα και μια

ψιλή γραφή

στη μάνα μ’ και στ’ αδέρφια και

στην αγάπη μου».

Και ορίστε ένα λαμπρό δημιούργημα του λαού της Μακεδονίας (Επανομή Θεσσαλονίκης):

Αγαπώ, γλυκά μου μαύρα μάτια,

          αγαπώ ‘να χελιδόνι και η μάνα του, καλέ, μαλώνει.

          Τού μαλώ-, γλυκά μου μαύρα μάτια,

          τού μαλώνει και τού βρίζει,

          την καρδούλα του, καλέ, ραγίζει.

          Πάνε τώρα πέντε χρόνους

          που ‘χω βάσανα και πόνους…»

Αυτό, με τη φωνή της Φιλιώς Πυργάκη και το κλαρίνο του Κώστα Αριστόπουλου, γίνεται στάμπα κόκκινη σαν την παπαρούνα τη φωτισμένη από τον ήλιο του μεσημεριού.

Πέρυσι, στο σπίτι μας, ήλθαν ανήμερα το Πάσχα, κάνοντας τη μεγάλη γιορτή ακόμη ωραιότερη· πιο χαρούμενη. Πιο αστραφτερή. Πηγαινοέρχονταν σαν ζαλισμένα, σαν μεθυσμένα από το φως, την ευδία, τις φιλικές κουβέντες, πετούσαν ανάμεσά μας, σαν να μάς είχαν επιθυμήσει. Ή σαν να αντιλαμβάνονταν με την οξύτατη αίσθησή τους και να συμμετείχαν κι εκείνα ολόχαρα στο μέγα γεγονός της Ανάστασης. Ας γυρίσουν πια, μονολογούσα ανυπόμονη, πώς και καθυστερούν, δεν βλέπουν τον καιρό; Είναι διότι μού λείπουν τα χαρούμενα και αισιόδοξα τιτιβίσματά τους, τα γοργά, κομψά, περάσματά τους, ή, τέλος, φαίνεται, πως τα συνήθισα και τα αγάπησα τρία χρόνια τώρα που μας επισκέπτονται. Πλέον οικογενειακώς. Εδώ γεννήθηκαν τα μικράκια τους, εδώ έκαναν τα πρώτα δειλά πετάγματα, ρωμαλέα και ελεύθερα αργότερα, μια ιδέα θριαμβευτικά, έφευγαν και ξαναγύριζαν σπαθίζοντας τον αέρα, πλησίαζαν τα παιδιά της γειτονιάς που τά καμάρωναν και τά προστάτευαν από γάτες και κίσσες, εδώ και μάς αποχαιρέτησαν αρχές Νοεμβρίου, στριφογυρίζοντας και πλανάροντας ατέλειωτα κοντά μας, μια δυο τρεις φορές, πολλές φορές, έως ότου ανυψώθηκαν…

*********

Αυτό το μικρό αποδημητικό πουλί, που πετά γρήγορα και επιδέξια και που ο ερχομός του προαναγγέλλει την άνοιξη, πόσο αγαπήθηκε από τον άνθρωπο. Δεν πιστεύω να υπήρξε ποτέ πουλί δημοφιλέστερο και γνωστότερο. Και ούτε, θαρρώ, τραγουδήθηκε άλλο τόσο πολύ και με τέτοια γλυκόλογα, τόσο λατρευτικούς στίχους. Ταυτισμένο με καλοκαιρίες και φως, με της φύσης τα χαρμόσυνα γιορτάσια και την αναγέννησή της, θεωρείται, ιδιαιτέρως από τους κατοίκους της υπαίθρου, μολονότι περαστικό, ως άτομο δικό τους, μέλος της οικογένειας, καλότυχο και καλοκάγαθο. Πηγή έμπνευσης πολλών καλλιτεχνών, αγαπήθηκε και από τον Αθήναιο (200 μ. Χ.) ο οποίος έγραψε γι αυτό εξαίρετους στίχους· ανάμεσα τους το πασίγνωστο που ακουγόταν και από τα παιδιά της Ρόδου:

                              Ήλθεν, ήλθεν χελιδών

                              καλάς ώρας άγουσα

                              καλούς ενιαυτούς.

Είναι δέ εντυπωσιακή η ομοιότητα των στίχων αυτών με εκείνους που τα παιδιά της Ανατολικής Θράκης, στη γιορτή Χελιδονίσματα, έθιμο παλαιότατο, έψελναν την 1η Μαρτίου, πηγαίνοντας από σπίτι σε σπίτι, βαστώντας ξύλινα αρθρωτά ομοιώματα χελιδονιών και κάνιστρα για τα φιλοδωρήματα, ενίοτε στεφανωμένα με στεφάνια από αγριολούλουδα, χελιδονιστές καλούμενοι στα περισσότερα χωριά και πόλεις:

                              Ήλθεν, ήρθεν χελιδόνα,

                              ήλθε κι άλλη μελιδόνα

                              φέρε και μια κουλουρίτσα…

Έσειαν δέ τα κουδουνάκια τους, όσοι είχαν.

Βεβαίως μικροί- μεγάλοι, λιγότερο ή περισσότερο, γνωρίζουν αυτά τα δρώμενα ως λαϊκά παραδοσιακά θεάματα· ιερά θα τά χαρακτήριζα: η φύση, τα παιδιά, η αναβλάστηση.

Πλην είναι μέρες που σκέπτομαι πως για την θεραπεία της νοσταλγίας και τη χαρά της μνήμης, για την τέρψη του παρόντος, να αναθυμηθούμε και να ανακαλέσουμε εκείνη την ιδιαίτερη και γεμάτη σεβασμό σχέση ανθρώπου και πουλιών, μέσα από δημοτικά τραγούδια ανεκτίμητης αξίας και απαράμιλλου κάλλους.

Πού να ‹σαι χελιδόνι μου πουλί μου αγαπημένο,

μην έχασες το δρόμο σου κι εγώ σέ περιμένω

                    …

Καλύτερα να μάθαινα πως πέσαν τα φτερά σου,

παρά πως κάθισες αλλού, να φτιάξεις τη φωλιά σου…

Το τραγουδά θερμά και γλυκύτατα ο αγαπητός Άγγελος Ψαρράς, ενώ στο υπέροχο κλαρίνο είναι ο Γιώργος Καραΐσκος (Qmusica). Σε άλλη εκτέλεση, κλαριντζής είναι ο Πάνος Κοράκης. 

Σε ωραίο, μαύρα μου μάτια,

σε ωραίο περιβόλι

σε ωραίο περιβόλι

αγαπώ ένα χελιδόνι…

Ανάμεσα στους ερμηνευτές του τραγουδιού -πασίγνωστου στην κοινωνία της ελληνικής επαρχίας- είναι και ο δημοφιλέστατος Γιώργος Μπέκιος.

Το γνωστό, μάλλον θρυλικό «Τα χελιδόνια τση Βλαχιάς» δεν ανήκει βέβαια σε αυτά του καημού και της αγάπης. Θρηνεί «Το κούρσος της Αντριανούπολης»:

Τα χελιδόνια τση Βλαχιάς και τα πουλιά της Δύσης

κλαίσιν αργά, κλαίσιν ταχιά, κλαίσιν το μεσημέρι,

κλαίσιν την Αντριανούπολη, τη βαριοκουρσεμένη,

οπού την εκουρσεύανε τσι τρεις γιορτές του χρόνου.

Τω Χριστουγέννω για κερί, και τω Βαγιώ για βάγια

και την ημέρα της Λαμπρής για το Χριστός Ανέστη.

Συγκλονιστική, βεβαίως, εμπειρία η ερμηνεία του από τη Δόμνα Σαμίου. Μα ακούστηκαν και από άλλους, ίσως λιγότερο γνωστούς, πάντως αγαπημένους καλλιτέχνες του λαού μας.

Ωστόσο, και σε ευτυχισμένες και εύφορες στιγμές του ανθρώπου, όπως είναι λ.χ. τα νανουρίσματα, τα παινέματα, οι ευχές, τα ταξίματα, τα καλοπιάσματα που απευθύνει η μάνα ή η γιαγιά προς το βρέφος την ώρα την ευλογημένη που τό λικνίζει και  τού τραγουδά, τα χελιδόνια έχουν το δικό τους ιδιαίτερο και χαρωπό ρόλο:

«Κοιμάται το μικράκι μου, κοιμούνται τα πουλάκια

τα άγρια και τα ήμερα και τα χιλιδονάκια…»

Και ακόμη:

«Νάνι του ρήγα το παιδί, του βασιλιά τ’ αγγόνι

και τση κερά βασίλισσας το πετροχελιδόνι

                             *

Νάνι του ρήγα το παιδί. Του βασιλιά τ’ αγγόνι

που ‘ρτε απ’ την Ανατολή το πετροχελιδόνι

που ‘κατσε και κελάηδησε στης κόρης μας τη ζώνη…»

Και δυο στίχοι θωπευτικοί, γλυκύτατοι, για την ώρα που το βρέφος πρέπει να ξυπνήσει:

«Ξύπνησε χαϊδεμένο μου, μαγιάτικό μου αηδόνι

Ξύπνα πετροχελίδονο, του βασιλιά παγ(ώ)όνι…»

Σύμφωνα με τη λαϊκή παράδοση η χελιδόνα, σε χρόνους μακρινούς, ήταν μια πανέμορφη κόρη, σε όλους αγαπητή. Πλην, τυφλωμένος από το ερωτικό του πάθος ένας νέος, γείτονάς της, τήν απήγαγε πράγμα οδυνηρό για την Χελιδόνα, διότι δεν τόν αγαπούσε καθόλου· μάλλον τήν απωθούσε. Για να λυτρωθεί από αυτόν, λοιπόν, προσποιήθηκε ότι ξάφνου βουβάθηκε. Τόν πλησίαζε ή τόν κοίταζε βωβή επί τρία ολόκληρα χρόνια, ώσπου στο τέλος τήν πίστεψε, τήν βαρέθηκε και τήν εγκατέλειψε για κάποιαν άλλη. Επάνω στην τελετή του γάμου, όμως, η νέα νύφη κοιτά την Χελιδόνα, που ήταν παρούσα και τής μίλησε προσβλητικά· τήν ειρωνεύτηκε μάλιστα εμπρός σε όλους τους καλεσμένους, κάτι που έκανε έξω φρενών την όμορφη κόρη η οποία, με φωνή καθαρή και ηχηρή, τής αποκρίθηκε τα πρέποντα, ενώ έξαλλος ο γαμπρός για την κοροϊδία και την ταπείνωση τριών χρόνων, όρμησε καταπάνω στην παλιά του αγάπη αρπάζοντάς την από τις κοτσίδες. Τότε, τρομάζοντας και πονώντας φρικτά η Χελιδόνα, γυρνά τα μάτια προς τα ουράνια. Και αυτό ήταν ! Η νέα γυναίκα ανεχώρησε, ορμώντας από το ορθάνοιχτο παράθυρο μεταμορφωμένη σε πουλί. Στα χέρια του γαμπρού απέμειναν οι δυο από τις τέσσερις πλεξούδες της. Οι άλλες δυο έγιναν η ψαλιδωτή ουρά του αγαπημένου, ζωηρού και ταξιδιάρικου πουλιού.

Στην ελληνική μυθολογία διαβάζουμε, όμως, ότι η Χελιδόνα (Χελιδών) ήταν η όμορφη θυγατέρα του μεγαλοκτηματία από την Έφεσο, Πανδάρεω. Σύμφωνα με το έργο του μυθογράφου Αντωνίνου Λιβεράλις (2ος αι. μ. Χ., διάσημος κατά την εποχή της δυναστείας των Ρωμαίων αυτοκρατόρων Αντωνίνων), Μεταμορφώσεων Συναγωγή, αδελφή της ήταν η γλυκύφωνη Αηδών. Έπειτα, όμως, από τραγικές οικογενειακές καταστάσεις και περιπέτειες ο Δίας τούς λύτρωσε μεταμορφώνοντας όλη την οικογένεια σε πτηνά. Φυσικά υπάρχουν και πάμπολλοι άλλοι μύθοι, όπως και λαϊκά παραμύθια και τραγούδια, όπου είναι καταφανείς όσο και συγκινητικοί οι δεσμοί των ανθρώπων με τα πουλιά αυτά. Kαι εδώ, ας μην παραλείψουμε να πούμε ότι η οικογενειακή ζωή του λαοφιλούς αυτού πουλιού είναι υποδειγματική· τόσο, που κατά την επώαση των (16) ημερών της χελιδόνας, ο σύντροφός της κάθεται στο πλάι της και τής κελαηδά, για να τήν γλυκαίνει και να τήν διασκεδάζει, αλλά και για να δηλώνει με την παρουσία του την ασφάλειά της. Μόνον για λίγες στιγμές εγκαταλείπει την φωλιά, και αυτό, για τον επιούσιο. Εάν συμβεί να φτερουγίσει εκεί κοντά η μέλλουσα μανούλα, έστω και για λίγο, κάθεται εκείνος στα αυγουλάκια, ήσυχα, και με το κοφτερό του μάτι κοιτά για ορατούς ή αοράτους κινδύνους. Και υπάρχουν αρκετοί, όπως οι κίσσες, η κουκουβάγια, τα γεράκια, ο αετομάχος, κ.ά. Συνηθίζουν, όμως, τα χελιδόνια, όταν βλέπουν κανένα από αυτά, να ειδοποιούνται μεταξύ τους με οξείες φωνές, ενώ συγχρόνως μαζεύονται πολλά μαζί, και με προσπάθειες πολλές και επίμονες, απομακρύνουν τον εισβολέα.

Το χελιδόνι επιστρέφει στον ίδιο τόπο από όπου αποδήμησε. Στην ίδια φωλιά, εφόσον αυτή υπάρχει. Αρκετοί έδεσαν κατά καιρός στο λαιμάκι ή στο πόδι του κλωστή και διαπίστωσαν πως την επόμενη άνοιξη, σαν έφτασε στη φωλιά του είχε ακόμη την κλωστή. Ο Φυσικός Βυφών αναφέρει πως κάποιος τσαγκάρης στη Βασιλεία της Ελβετίας, κράτησε στα χέρια χελιδόνι από τη φωλιά που βρισκόταν στον εξώστη του και τού πέρασε απαλά στο λαιμό κορδέλα, όπου έγραφε:

Ωραίο χελιδόνι, πού και πώς

            το χειμώνα σου περνάς;

Την επόμενη άνοιξη, με τον γυρισμό του, το χελιδόνι, είχε στο λαιμό του άλλη κορδέλα:

Παρά Αντωνίω εις Αθήνας.

          Τι σέ μέλλει και ρωτάς;

«Ο ΜΥΘΟΣ ΤΗΣ ΑΝΕΜΩΝΗΣ»

Γεννήθηκε κάποτε ένας πολύ όμορφος νέος, γιός του Κινύρα και της Σμύρνας, ο Άδωνις. Η ομορφιά του Άδωνη, κατάφερε να μαγέψει την θεά Αφροδίτη, που δεν δίστασε να τόν κρύψει σε μια λάρνακα και να τόν δώσει στην θεά του κάτω κόσμου, Περσεφόνη, για να τόν φυλάξει μακριά από τα βλέμματα των άλλων γυναικών. Όταν όμως κάποια στιγμή τόν ζήτησε πίσω, η Περσεφόνη αρνήθηκε να τον παραδώσει θαμπωμένη και αυτή από την ομορφιά του Άδωνη. Τότε η Αφροδίτη ζήτησε από τον Δία να παρέμβει. Ο Ζεύς, δίκαιος καθώς ήταν, χώρισε τον χρόνο του Άδωνη, έτσι ώστε έξι μήνες να βρίσκεται με την Αφροδίτη, και άλλους έξι με την Περσεφόνη. Ως γνωστόν, η Αφροδίτη ήταν ζευγάρι με τον Άρη, το θεό του πολέμου. Η αγάπη και ο θαυμασμός της Αφροδίτης για τον Άδωνη προκάλεσε το φθόνο του θεού Άρη κι έτσι, μια μέρα, που ο Άδωνις είχε βγει για κυνήγι, ο θεός του πολέμου έστειλε έναν άγριο κάπρο να σκοτώσει τον όμορφο νέο. Ο Άδωνις λαβώθηκε θανάσιμα από τον κάπρο… Όταν η Αφροδίτη έμαθε το νέο, έκλαψε για πρώτη φορά και μόλις τα θεία της δάκρυα έβρεξαν το χώμα, αμέσως σε κείνο το σημείο ξεφύτρωσαν πανέμορφα άνθη. Άνθη, που η ζωή τους κρατάει λίγο. Όταν ο άνεμος φυσάει, κάνει τα μπουμπούκια τους ν’ ανθίσουν και ύστερα ένα άλλο ανεμοφύσημα παρασέρνει τα πέταλα μακριά. Έτσι, το λουλούδι ονομάστηκε ανεμώνη ή ανεμολούλουδο, επειδή ο άνεμος βοηθάει την ανθοφορία του αλλά και την παρακμή του.

Ο ποιητής Βίωνας (325-267 π.Χ), γράφοντας το μοιρολόι «ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΔΩΝΗ» αναφέρει για τη γέννηση της ανεμώνης:

«… Κι η Αφροδίτη με τα μαλλιά της ξέπλεκα, στους λόγγους τριγυρνάει, μαυροντυμένη, ξέζωστη, ξυπόλητη ως διαβαίνει τή σκίζουνε και το θεϊκό της πίνουν αίμα οι βάτοι γοερά θρηνώντας λαγκαδιές περνάει, και τον Ασσύριον άντρα της κράζει, τ’ όνομά του λέει, και ξαναλέει… Έτσι τόν θρήνησε και κλαιν και οι Έρωτες μαζί της . «Μαύρη Κυθέρεια, χάθηκε, αχ, ο Aδωνης ο ωραίος».
Όσο αίμα χύνει ο ´Aδωνης, τόσα η Παφία δάκρυα κι όπως στο χώμα πέφτουνε, λουλούδια γίνονται όλα. Απ’ το αίμα ρόδο φύτρωσε, απ’ τα δάκρυα η ανεμώνη….».

Μετάφραση: Θρ. Σταύρου

H Άνοιξη

Oι μήνες της άνοιξης είναι: ο Μάρτιος, ο Απρίλιος και ο Μάιος. Αυτή την εποχή η φύση ολάνθιστη και καταπράσινη γιορτάζει τον ερχομό των χελιδονιών. Οι κήποι με την ευωδιά και τα χρώματά τους, καλούν τις μέλισσες και τις πεταλούδες να φτερουγίσουν πάνω από τα λουλούδια και τις πρασινάδες. Τα δέντρα πλημμυρίζουν από ανθάκια και στα κλαδιά τους κελαηδούν χαρούμενα πουλάκια. Ο παγωμένος αέρας του χειμώνα, γίνεται δροσερό αεράκι και η αγριεμένη θάλασσα ησυχάζει.

Την εποχή αυτή οι άνθρωποι ετοιμάζονται για τη μεγάλη γιορτή της χριστιανοσύνης, το Πάσχα. Τη μεγάλη βδομάδα πηγαίνουμε στην εκκλησία, για να παρακολουθήσουμε τη λειτουργία του Μυστικού Δείπνου, των Παθών και της Σταύρωσης του Χριστού. Όλοι νηστεύουμε και οι νοικοκυρές καθαρίζουν τα σπίτια, ζυμώνουν ψωμιά και φλαούνες. Το Πάσχα γιορτάζουμε την Ανάσταση του Χριστού μας.

Η διπλή γιορτή της άνοιξης είναι η 25η Μαρτίου, κατά την οποία γιορτάζει η Παναγία και η Ελλάδα.

Την άνοιξη οι άνθρωποι είναι χαρούμενοι και γελαστοί και τα παιδιά τρέχουν στους κάμπους και στα λιβάδια !

Οδυσσέας Ελύτης: Την Άνοιξη αν δεν τη βρεις, τη φτιάχνεις – 

17 σπουδαία λόγια για εκείνη που έχουν χυθεί τόνοι μελάνης, την Άνοιξη.

Άνοιξη… η ζητούμενη εποχή του χρόνου, για την οποία έχουν χυθεί τόνοι μελάνης !

Αστρονομικά ξεκινά με την εαρινή ισημερία κατά τις 21 Μαρτίου στο Βόρειο ημισφαίριο, περιλαμβάνει τους μήνες Μάρτιο, Απρίλιο, Μάιο και τελειώνει στις 21 Ιουνίου με το θερινό ηλιοστάσιο. Η πραγματική «άνοιξη» ωστόσο, αυτή που ο καθένας μας κρύβει μέσα του, έρχεται όταν είμαστε έτοιμοι να τή βιώσουμε. Για κάποιους, μπορεί να καθυστερήσει ο ερχομός της. Όταν όμως έρθει, όλα είναι τόσο διαφορετικά, τόσο υπέροχα ! Ποιητές, συγγραφείς εμπνεύστηκαν πολλές φορές από «εκείνη» !

Συγκέντρωσα 17 λόγια σπουδαίων ανθρώπων για την Άνοιξη και σάς τά παραθέτω:

«Απροετοίμαστη κι η άνοιξη. Σε κάθε της βήμα κοντοστέκεται, σαστίζει και σωπαίνει» – Γιάννης Ρίτσος

«Μπορείς να κόψεις όλα τα λουλούδια, αλλά δεν μπορείς να εμποδίσεις την Άνοιξη να` ρθει» – Pablo Neruda

«Την Άνοιξη,αν δεν τή βρεις, τή φτιάχνεις» – Οδυσσέας Ελύτης

Η άνοιξη είναι ο τρόπος του θεού να πει: «πάμε άλλη μια φορά» – Robert Orben

«Άνοιξη είναι η παιδική ηλικία του έτους» – Alfred Tennyson

«Η μέρα που ο Θεός δημιούργησε την ελπίδα ήταν πιθανότατα η ίδια μέρα που δημιούργησε την Άνοιξη» – Bernard Williams

«Αν το δέντρο δεν είχε ανθοφορία την άνοιξη, μάταια θα ψάχνεις για καρπούς το φθινόπωρο» – Sir Walter Scott

«Το φθινόπωρο είναι μια δεύτερη άνοιξη, όπου κάθε φύλλο είναι ένα λουλούδι» – Albert Camus

«Αν δεν είχαμε χειμώνα, η άνοιξη δεν θα ήταν τόσο ευχάριστη. Αν κάπου – κάπου δεν είχαμε δυσκολίες, η ευημερία δεν θα μάς φαινόταν τόσο καλοδεχούμενη» – Anne Bradstreet

«Κείνο που σού προσάπτουνε τα χελιδόνια είναι η άνοιξη, που δεν έφερες» – Οδυσσέας Ελύτης

«Κύριε, όλα από σένα ξεκινούν. Κι όλα σε σένα θα ‹ρθουν να τελειώσουν. Κι η άνοιξη δεν είναι παρά η νοσταλγία σου για κείνες τις λίγες ώρες, που έζησες στη γη» –  Τάσος Λειβαδίτης

«Άνοιξη η γειτονιά, κ` η μέρα ζωγραφιά !

Πολύ ήταν να αξιωθώ παρόμοιαν ομορφιά,

τριαντάφυλλο το στόμα μου τριανταφυλλί

Τα άνθια τα αμαρτωλά στο στόμα να φιλή» – Τέλλος Άγρας

«Είναι ξανά άνοιξη. Η γη είναι σαν ένα παιδί που απαγγέλλει ποιήματα από μνήμης» – Ράινερ Μαρία Ρίλκε

«Αν ο χειμώνας έρχεται, πόσο μπορεί να απέχει η άνοιξη;» – Πέρσι Σέλεϊ

«Η άνοιξη είναι η εποχή για σχέδια και πλάνα» – Λέων Τολστόι, Άννα Καρένινα

«Όταν ερχόταν η άνοιξη, ακόμα και αν δεν ήταν ακόμα πραγματική, το μόνο ζήτημα που είχε σημασία ήταν που θα είναι κανείς πιο χαρούμενος. Η μοναδική καταστροφή ήταν οι άνθρωποι και, αν μπορούσες να τούς αποφύγεις, οι δυνατότητες ήταν απεριόριστες. Οι άνθρωποι ήταν πάντα αυτοί που έθεταν τα όρια στη χαρά με την εξαίρεση λίγων, που ήταν τόσο ευχάριστοι – όσο και η άνοιξη» – Έρνεστ Χέμινγουεϊ, Μια κινητή γιορτή.

www.klik.gr

Tης Ελένης Σαραντίτη




Σύμφωνα με τον Claud Charles Fauriel (1772-1844)*  το εν λόγω τραγούδι μιλά για τον ερχομό ενός νέου από αποστολή πολέμου. Κουρασμένος, στενοχωρημένος και ξάγρυπνος, ξάπλωσε ευθύς στο κρεβάτι κι έπεσε σε ύπνο βαθύ και ούτε άκουγε, ούτε και ενέδιδε στα παρακαλετά και στα γλυκά καλέσματα της αγαπημένης του, που είχαν ως εξής:

Τώρα τα πουλιά, τώρα τα χελιδόνια, τώρα οι πέρδικες

τώρα οι πέρδικες γλυκολαλούν και λένε:

-Ξύπνα, αφέντη μου, ξύπνα καλέ μου αφέντη, ξύπνα αγκάλιασε.

Ξύπνα, αγκάλιασε κορμί κυπαρισσένιο, άσπρονε λαιμό.

Κι άσπρονε λαιμό, βυζάκι σαν λεμόνι, σαν κρούσταλλο νερό.

Σαν κρούσταλλο νερό, σαν τη δροσιά του Μάη- Ας με Λυγερή.

-Ας με Λυγερή, λίγον ύπνο να πάρω, γιατί ο αφέντης μου·

γιατί ο αφέντης μου στη βίγλα μ’ είχε πάλε.

Γνωρίζω όμως ότι στη μικρή μας πόλη, στη Νεάπολη Λακωνίας, μα και σε άλλες περιοχές του τόπου μας, το τραγούδι αυτό, ένα από τα πάμπολλα πολύτιμα διαμάντια του ελληνικού λαού, το οποίο σήμαινε το ζευγάρωμα των νεονύμφων κι επάνω στην καλύτερη ώρα του γαμήλιου γλεντιού και μόλις έπιαναν όργανα και τραγουδιστές τον σκοπό του, το ευτυχισμένο ζευγάρι, μες στις ευχές, μες στις χαρές, τα γέλια και τα καλοπροαίρετα πειράγματα των συνδαιτυμόνων, πιασμένο από το χέρι, αποχωρούσε. Η νύφη με το κεφάλι χαμηλωμένο, ρόδινη κάτω από το άπλετο φως, ο γαμπρός με βήματα σταθερά, κατακτητικά, έγερνε επάνω της περήφανος και δυνατός. Δεν μιλούσαν. Βιάζονταν. Ο παράδεισος δεν μπορούσε να περιμένει…

Δεν θα ήμουν ούτε δέκα χρονών στο γάμο του νονού μου, ενός στιβαρού, λεβέντη άντρα που είχε ζήσει στην Αμερική. Πιλότος. Στην Πολεμική Αεροπορία. Αρχές Σεπτεμβρίου στη μοσχοβολημένη φιλόξενη αυλή της γειτόνισσας Τζέτζου, είχαν στρωθεί τα τραπέζια σε σχήμα Πι. Πάνω τους και του πουλιού το γάλα. Και οίνος ο ευφραντικός από τα αμπέλια του νονού, ο οποίος κοίταζε γλυκά και με μελένιο, ελαφρώς βασιλεμένο μάτι την όμορφη Αθηναία γυναίκα του, με ευφραμένη «την καρδίαν» και αυτός. Όταν, μες στη ζάλη και την παραφορά του γλεντιού κι ενώ λαλούσαν τα όργανα, λαλούσε και η κόρη του βιολιτζή, Φρειδερίκη το όνομά της, Αηδόνα θα τής ταίριαζε καλύτερα με τη φωνή που είχε. Όταν λοιπόν η καλλικέλαδη κοπέλα πήρε τις πρώτες λέξεις από το γνωστό τραγούδι και με τις πρώτες δοξαριές του πατέρα της, μην τόν είδατε τον νονό μου. Μες στις ευωδιές του κήπου και τις βουνίσιες νυχτωμένες κραυγές, που έφθαναν μέχρις εμάς απόμακρες και ανατριχιαστικές, με τους ομοτράπεζους στα μεγάλα κέφια, άρπαξε με βιάση την όμορφη και συνεσταλμένη Σοφία, την νεόνυμφη, και χάθηκαν στο σκοτάδι της διπλανής αυλόπορτας, σκιασμένης εντελώς από την ακμαία ακόμη κρεβατίνα· και τότε, και δίχως προσυνεννόηση, όλοι, φίλοι και συγγενείς, άνδρες και γυναίκες, νέοι και παιδιά, τραγούδησαν εν χωρώ το παλαιότατο και πολυαγαπημένο νυφιάτικο:

«Απάνω στη, μαύρα μου μάτια

          Απάνω στην τριανταφυλλιά

          Απάνω στην τριανταφυλλιά

          Χτίζει η πέρδικα φωλιά

          Χτίζει η πέρδικα φωλιά και μπαινοβγαίνουν τα πουλιά

Και σειέται -μαύρα μου μάτια- και σειέται η τριανταφυλλιά

Μέσα στης νύφης την ποδιά.

Και μπαινοβγαίνουν χελιδόνια

Και τα γλυκόλαλα τ’ αηδόνια…»

Τα τριαντάφυλλα, εννοείται, ότι έπεφταν στην ποδιά της νύφης για την πλούσια καρποφορία της…

Βεβαίως, σε άλλες περιοχές της πατρίδας μας που έτυχε -παλαιότερα- να παρευρεθώ σε παρόμοιο ευτυχές γεγονός, τα τραγούδια που συνόδευαν το ζευγάρι, όταν αποχωρούσε από το γλέντι, ήταν διαφορετικά, εξίσου ωραία, ποιητικά, μεγάλου κάλλους τραγούδια, να, όπως αυτό, στη Φθιώτιδα ήμουν, θυμάμαι:

«Σ’ όσους γάμους κι αν επήγα

          τόσηνε χαρά δεν είδα,

          ναν’ η νύφη μας παγώνι

          κι ο γαμπρός μας χελιδόνι.

          Παν’ στης νύφης το κεφάλι

          κάθονται τρία πουλάκια

          το ‘να τρώγει τα’ άλλο πίνει,

          τ’ άλλο κελαηδεί και λέγει:

          Ναν’ η νύφη μας τρυγόνα

          κι ο γαμπρός χρυσό γεράκι

          και τα δυο τα συμπεθέρια

          περιβόλι με τα δέντρα!»

Είναι μες στον γεμάτο συναίσθημα και καλαισθησία ψυχισμό του λαού μας η αγάπη και ο σεβασμός του στα πουλιά. Τά τραγούδησε. Τά συντρόφεψε. Συνομίλησε μαζί τους. Τά έκανε αγγελιαφόρους στέλνοντας μέσω αυτών αγγέλματα χαράς ή θλίψης. Μαντάτα οικογενειακά. Ακόμη και πατριωτικά. Φόρτωσε τους καημούς του σ’ αυτά. Αλλά και τις χαρές του. Τις φουρτούνες του και τα παράπονά του. Τους έρωτές του. Ιδού ένα κόσμημα παμπάλαιο, αστραφτερό από την Ανατολική Θράκη :

«Μαύρο μου χελιδόνι από την

          αραπιά

          άσπρο μου περιστέρι από τον

          τόπο μου

          εσείς ψηλά πετάτε για

χαμηλώσετε

κι ανοίξτε τα φτερά σας και τα

φτερούδια σας

να στείλω ένα γράμμα και μια

ψιλή γραφή

στη μάνα μ’ και στ’ αδέρφια και

στην αγάπη μου».

Και ορίστε ένα λαμπρό δημιούργημα του λαού της Μακεδονίας (Επανομή Θεσσαλονίκης):

Αγαπώ, γλυκά μου μαύρα μάτια,

          αγαπώ ‘να χελιδόνι και η μάνα του, καλέ, μαλώνει.

          Τού μαλώ-, γλυκά μου μαύρα μάτια,

          τού μαλώνει και τού βρίζει,

          την καρδούλα του, καλέ, ραγίζει.

          Πάνε τώρα πέντε χρόνους

          που ‘χω βάσανα και πόνους…»

Αυτό, με τη φωνή της Φιλιώς Πυργάκη και το κλαρίνο του Κώστα Αριστόπουλου, γίνεται στάμπα κόκκινη σαν την παπαρούνα τη φωτισμένη από τον ήλιο του μεσημεριού.

Πέρυσι, στο σπίτι μας, ήλθαν ανήμερα το Πάσχα, κάνοντας τη μεγάλη γιορτή ακόμη ωραιότερη· πιο χαρούμενη. Πιο αστραφτερή. Πηγαινοέρχονταν σαν ζαλισμένα, σαν μεθυσμένα από το φως, την ευδία, τις φιλικές κουβέντες, πετούσαν ανάμεσά μας, σαν να μάς είχαν επιθυμήσει. Ή σαν να αντιλαμβάνονταν με την οξύτατη αίσθησή τους και να συμμετείχαν κι εκείνα ολόχαρα στο μέγα γεγονός της Ανάστασης. Ας γυρίσουν πια, μονολογούσα ανυπόμονη, πώς και καθυστερούν, δεν βλέπουν τον καιρό; Είναι διότι μού λείπουν τα χαρούμενα και αισιόδοξα τιτιβίσματά τους, τα γοργά, κομψά, περάσματά τους, ή, τέλος, φαίνεται, πως τα συνήθισα και τα αγάπησα τρία χρόνια τώρα που μας επισκέπτονται. Πλέον οικογενειακώς. Εδώ γεννήθηκαν τα μικράκια τους, εδώ έκαναν τα πρώτα δειλά πετάγματα, ρωμαλέα και ελεύθερα αργότερα, μια ιδέα θριαμβευτικά, έφευγαν και ξαναγύριζαν σπαθίζοντας τον αέρα, πλησίαζαν τα παιδιά της γειτονιάς που τά καμάρωναν και τά προστάτευαν από γάτες και κίσσες, εδώ και μάς αποχαιρέτησαν αρχές Νοεμβρίου, στριφογυρίζοντας και πλανάροντας ατέλειωτα κοντά μας, μια δυο τρεις φορές, πολλές φορές, έως ότου ανυψώθηκαν…

*********

Αυτό το μικρό αποδημητικό πουλί, που πετά γρήγορα και επιδέξια και που ο ερχομός του προαναγγέλλει την άνοιξη, πόσο αγαπήθηκε από τον άνθρωπο. Δεν πιστεύω να υπήρξε ποτέ πουλί δημοφιλέστερο και γνωστότερο. Και ούτε, θαρρώ, τραγουδήθηκε άλλο τόσο πολύ και με τέτοια γλυκόλογα, τόσο λατρευτικούς στίχους. Ταυτισμένο με καλοκαιρίες και φως, με της φύσης τα χαρμόσυνα γιορτάσια και την αναγέννησή της, θεωρείται, ιδιαιτέρως από τους κατοίκους της υπαίθρου, μολονότι περαστικό, ως άτομο δικό τους, μέλος της οικογένειας, καλότυχο και καλοκάγαθο. Πηγή έμπνευσης πολλών καλλιτεχνών, αγαπήθηκε και από τον Αθήναιο (200 μ. Χ.) ο οποίος έγραψε γι αυτό εξαίρετους στίχους· ανάμεσα τους το πασίγνωστο που ακουγόταν και από τα παιδιά της Ρόδου:

                              Ήλθεν, ήλθεν χελιδών

                              καλάς ώρας άγουσα

                              καλούς ενιαυτούς.

Είναι δέ εντυπωσιακή η ομοιότητα των στίχων αυτών με εκείνους που τα παιδιά της Ανατολικής Θράκης, στη γιορτή Χελιδονίσματα, έθιμο παλαιότατο, έψελναν την 1η Μαρτίου, πηγαίνοντας από σπίτι σε σπίτι, βαστώντας ξύλινα αρθρωτά ομοιώματα χελιδονιών και κάνιστρα για τα φιλοδωρήματα, ενίοτε στεφανωμένα με στεφάνια από αγριολούλουδα, χελιδονιστές καλούμενοι στα περισσότερα χωριά και πόλεις:

                              Ήλθεν, ήρθεν χελιδόνα,

                              ήλθε κι άλλη μελιδόνα

                              φέρε και μια κουλουρίτσα…

Έσειαν δέ τα κουδουνάκια τους, όσοι είχαν.

Βεβαίως μικροί- μεγάλοι, λιγότερο ή περισσότερο, γνωρίζουν αυτά τα δρώμενα ως λαϊκά παραδοσιακά θεάματα· ιερά θα τά χαρακτήριζα: η φύση, τα παιδιά, η αναβλάστηση.

Πλην είναι μέρες που σκέπτομαι πως για την θεραπεία της νοσταλγίας και τη χαρά της μνήμης, για την τέρψη του παρόντος, να αναθυμηθούμε και να ανακαλέσουμε εκείνη την ιδιαίτερη και γεμάτη σεβασμό σχέση ανθρώπου και πουλιών, μέσα από δημοτικά τραγούδια ανεκτίμητης αξίας και απαράμιλλου κάλλους.

Πού να ‹σαι χελιδόνι μου πουλί μου αγαπημένο,

μην έχασες το δρόμο σου κι εγώ σέ περιμένω

                    …

Καλύτερα να μάθαινα πως πέσαν τα φτερά σου,

παρά πως κάθισες αλλού, να φτιάξεις τη φωλιά σου…

Το τραγουδά θερμά και γλυκύτατα ο αγαπητός Άγγελος Ψαρράς, ενώ στο υπέροχο κλαρίνο είναι ο Γιώργος Καραΐσκος (Qmusica). Σε άλλη εκτέλεση, κλαριντζής είναι ο Πάνος Κοράκης. 

Σε ωραίο, μαύρα μου μάτια,

σε ωραίο περιβόλι

σε ωραίο περιβόλι

αγαπώ ένα χελιδόνι…

Ανάμεσα στους ερμηνευτές του τραγουδιού -πασίγνωστου στην κοινωνία της ελληνικής επαρχίας- είναι και ο δημοφιλέστατος Γιώργος Μπέκιος.

Το γνωστό, μάλλον θρυλικό «Τα χελιδόνια τση Βλαχιάς» δεν ανήκει βέβαια σε αυτά του καημού και της αγάπης. Θρηνεί «Το κούρσος της Αντριανούπολης»:

Τα χελιδόνια τση Βλαχιάς και τα πουλιά της Δύσης

κλαίσιν αργά, κλαίσιν ταχιά, κλαίσιν το μεσημέρι,

κλαίσιν την Αντριανούπολη, τη βαριοκουρσεμένη,

οπού την εκουρσεύανε τσι τρεις γιορτές του χρόνου.

Τω Χριστουγέννω για κερί, και τω Βαγιώ για βάγια

και την ημέρα της Λαμπρής για το Χριστός Ανέστη.

Συγκλονιστική, βεβαίως, εμπειρία η ερμηνεία του από τη Δόμνα Σαμίου. Μα ακούστηκαν και από άλλους, ίσως λιγότερο γνωστούς, πάντως αγαπημένους καλλιτέχνες του λαού μας.

Ωστόσο, και σε ευτυχισμένες και εύφορες στιγμές του ανθρώπου, όπως είναι λ.χ. τα νανουρίσματα, τα παινέματα, οι ευχές, τα ταξίματα, τα καλοπιάσματα που απευθύνει η μάνα ή η γιαγιά προς το βρέφος την ώρα την ευλογημένη που τό λικνίζει και  τού τραγουδά, τα χελιδόνια έχουν το δικό τους ιδιαίτερο και χαρωπό ρόλο:

«Κοιμάται το μικράκι μου, κοιμούνται τα πουλάκια

τα άγρια και τα ήμερα και τα χιλιδονάκια…»

Και ακόμη:

«Νάνι του ρήγα το παιδί, του βασιλιά τ’ αγγόνι

και τση κερά βασίλισσας το πετροχελιδόνι

                             *

Νάνι του ρήγα το παιδί. Του βασιλιά τ’ αγγόνι

που ‘ρτε απ’ την Ανατολή το πετροχελιδόνι

που ‘κατσε και κελάηδησε στης κόρης μας τη ζώνη…»

Και δυο στίχοι θωπευτικοί, γλυκύτατοι, για την ώρα που το βρέφος πρέπει να ξυπνήσει:

«Ξύπνησε χαϊδεμένο μου, μαγιάτικό μου αηδόνι

Ξύπνα πετροχελίδονο, του βασιλιά παγ(ώ)όνι…»

Σύμφωνα με τη λαϊκή παράδοση η χελιδόνα, σε χρόνους μακρινούς, ήταν μια πανέμορφη κόρη, σε όλους αγαπητή. Πλην, τυφλωμένος από το ερωτικό του πάθος ένας νέος, γείτονάς της, τήν απήγαγε πράγμα οδυνηρό για την Χελιδόνα, διότι δεν τόν αγαπούσε καθόλου· μάλλον τήν απωθούσε. Για να λυτρωθεί από αυτόν, λοιπόν, προσποιήθηκε ότι ξάφνου βουβάθηκε. Τόν πλησίαζε ή τόν κοίταζε βωβή επί τρία ολόκληρα χρόνια, ώσπου στο τέλος τήν πίστεψε, τήν βαρέθηκε και τήν εγκατέλειψε για κάποιαν άλλη. Επάνω στην τελετή του γάμου, όμως, η νέα νύφη κοιτά την Χελιδόνα, που ήταν παρούσα και τής μίλησε προσβλητικά· τήν ειρωνεύτηκε μάλιστα εμπρός σε όλους τους καλεσμένους, κάτι που έκανε έξω φρενών την όμορφη κόρη η οποία, με φωνή καθαρή και ηχηρή, τής αποκρίθηκε τα πρέποντα, ενώ έξαλλος ο γαμπρός για την κοροϊδία και την ταπείνωση τριών χρόνων, όρμησε καταπάνω στην παλιά του αγάπη αρπάζοντάς την από τις κοτσίδες. Τότε, τρομάζοντας και πονώντας φρικτά η Χελιδόνα, γυρνά τα μάτια προς τα ουράνια. Και αυτό ήταν ! Η νέα γυναίκα ανεχώρησε, ορμώντας από το ορθάνοιχτο παράθυρο μεταμορφωμένη σε πουλί. Στα χέρια του γαμπρού απέμειναν οι δυο από τις τέσσερις πλεξούδες της. Οι άλλες δυο έγιναν η ψαλιδωτή ουρά του αγαπημένου, ζωηρού και ταξιδιάρικου πουλιού.

Στην ελληνική μυθολογία διαβάζουμε, όμως, ότι η Χελιδόνα (Χελιδών) ήταν η όμορφη θυγατέρα του μεγαλοκτηματία από την Έφεσο, Πανδάρεω. Σύμφωνα με το έργο του μυθογράφου Αντωνίνου Λιβεράλις (2ος αι. μ. Χ., διάσημος κατά την εποχή της δυναστείας των Ρωμαίων αυτοκρατόρων Αντωνίνων), Μεταμορφώσεων Συναγωγή, αδελφή της ήταν η γλυκύφωνη Αηδών. Έπειτα, όμως, από τραγικές οικογενειακές καταστάσεις και περιπέτειες ο Δίας τούς λύτρωσε μεταμορφώνοντας όλη την οικογένεια σε πτηνά. Φυσικά υπάρχουν και πάμπολλοι άλλοι μύθοι, όπως και λαϊκά παραμύθια και τραγούδια, όπου είναι καταφανείς όσο και συγκινητικοί οι δεσμοί των ανθρώπων με τα πουλιά αυτά. Kαι εδώ, ας μην παραλείψουμε να πούμε ότι η οικογενειακή ζωή του λαοφιλούς αυτού πουλιού είναι υποδειγματική· τόσο, που κατά την επώαση των (16) ημερών της χελιδόνας, ο σύντροφός της κάθεται στο πλάι της και τής κελαηδά, για να τήν γλυκαίνει και να τήν διασκεδάζει, αλλά και για να δηλώνει με την παρουσία του την ασφάλειά της. Μόνον για λίγες στιγμές εγκαταλείπει την φωλιά, και αυτό, για τον επιούσιο. Εάν συμβεί να φτερουγίσει εκεί κοντά η μέλλουσα μανούλα, έστω και για λίγο, κάθεται εκείνος στα αυγουλάκια, ήσυχα, και με το κοφτερό του μάτι κοιτά για ορατούς ή αοράτους κινδύνους. Και υπάρχουν αρκετοί, όπως οι κίσσες, η κουκουβάγια, τα γεράκια, ο αετομάχος, κ.ά. Συνηθίζουν, όμως, τα χελιδόνια, όταν βλέπουν κανένα από αυτά, να ειδοποιούνται μεταξύ τους με οξείες φωνές, ενώ συγχρόνως μαζεύονται πολλά μαζί, και με προσπάθειες πολλές και επίμονες, απομακρύνουν τον εισβολέα.

Το χελιδόνι επιστρέφει στον ίδιο τόπο από όπου αποδήμησε. Στην ίδια φωλιά, εφόσον αυτή υπάρχει. Αρκετοί έδεσαν κατά καιρός στο λαιμάκι ή στο πόδι του κλωστή και διαπίστωσαν πως την επόμενη άνοιξη, σαν έφτασε στη φωλιά του είχε ακόμη την κλωστή. Ο Φυσικός Βυφών αναφέρει πως κάποιος τσαγκάρης στη Βασιλεία της Ελβετίας, κράτησε στα χέρια χελιδόνι από τη φωλιά που βρισκόταν στον εξώστη του και τού πέρασε απαλά στο λαιμό κορδέλα, όπου έγραφε:

Ωραίο χελιδόνι, πού και πώς

            το χειμώνα σου περνάς;

Την επόμενη άνοιξη, με τον γυρισμό του, το χελιδόνι, είχε στο λαιμό του άλλη κορδέλα:

Παρά Αντωνίω εις Αθήνας.

          Τι σέ μέλλει και ρωτάς;

«Ο ΜΥΘΟΣ ΤΗΣ ΑΝΕΜΩΝΗΣ»

Γεννήθηκε κάποτε ένας πολύ όμορφος νέος, γιός του Κινύρα και της Σμύρνας, ο Άδωνις. Η ομορφιά του Άδωνη, κατάφερε να μαγέψει την θεά Αφροδίτη, που δεν δίστασε να τόν κρύψει σε μια λάρνακα και να τόν δώσει στην θεά του κάτω κόσμου, Περσεφόνη, για να τόν φυλάξει μακριά από τα βλέμματα των άλλων γυναικών. Όταν όμως κάποια στιγμή τόν ζήτησε πίσω, η Περσεφόνη αρνήθηκε να τον παραδώσει θαμπωμένη και αυτή από την ομορφιά του Άδωνη. Τότε η Αφροδίτη ζήτησε από τον Δία να παρέμβει. Ο Ζεύς, δίκαιος καθώς ήταν, χώρισε τον χρόνο του Άδωνη, έτσι ώστε έξι μήνες να βρίσκεται με την Αφροδίτη, και άλλους έξι με την Περσεφόνη. Ως γνωστόν, η Αφροδίτη ήταν ζευγάρι με τον Άρη, το θεό του πολέμου. Η αγάπη και ο θαυμασμός της Αφροδίτης για τον Άδωνη προκάλεσε το φθόνο του θεού Άρη κι έτσι, μια μέρα, που ο Άδωνις είχε βγει για κυνήγι, ο θεός του πολέμου έστειλε έναν άγριο κάπρο να σκοτώσει τον όμορφο νέο. Ο Άδωνις λαβώθηκε θανάσιμα από τον κάπρο… Όταν η Αφροδίτη έμαθε το νέο, έκλαψε για πρώτη φορά και μόλις τα θεία της δάκρυα έβρεξαν το χώμα, αμέσως σε κείνο το σημείο ξεφύτρωσαν πανέμορφα άνθη. Άνθη, που η ζωή τους κρατάει λίγο. Όταν ο άνεμος φυσάει, κάνει τα μπουμπούκια τους ν’ ανθίσουν και ύστερα ένα άλλο ανεμοφύσημα παρασέρνει τα πέταλα μακριά. Έτσι, το λουλούδι ονομάστηκε ανεμώνη ή ανεμολούλουδο, επειδή ο άνεμος βοηθάει την ανθοφορία του αλλά και την παρακμή του.

Ο ποιητής Βίωνας (325-267 π.Χ), γράφοντας το μοιρολόι «ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΔΩΝΗ» αναφέρει για τη γέννηση της ανεμώνης:

«… Κι η Αφροδίτη με τα μαλλιά της ξέπλεκα, στους λόγγους τριγυρνάει, μαυροντυμένη, ξέζωστη, ξυπόλητη ως διαβαίνει τή σκίζουνε και το θεϊκό της πίνουν αίμα οι βάτοι γοερά θρηνώντας λαγκαδιές περνάει, και τον Ασσύριον άντρα της κράζει, τ’ όνομά του λέει, και ξαναλέει… Έτσι τόν θρήνησε και κλαιν και οι Έρωτες μαζί της . «Μαύρη Κυθέρεια, χάθηκε, αχ, ο Aδωνης ο ωραίος».
Όσο αίμα χύνει ο ´Aδωνης, τόσα η Παφία δάκρυα κι όπως στο χώμα πέφτουνε, λουλούδια γίνονται όλα. Απ’ το αίμα ρόδο φύτρωσε, απ’ τα δάκρυα η ανεμώνη….».

Μετάφραση: Θρ. Σταύρου


H Άνοιξη

Oι μήνες της άνοιξης είναι: ο Μάρτιος, ο Απρίλιος και ο Μάιος. Αυτή την εποχή η φύση ολάνθιστη και καταπράσινη γιορτάζει τον ερχομό των χελιδονιών. Οι κήποι με την ευωδιά και τα χρώματά τους, καλούν τις μέλισσες και τις πεταλούδες να φτερουγίσουν πάνω από τα λουλούδια και τις πρασινάδες. Τα δέντρα πλημμυρίζουν από ανθάκια και στα κλαδιά τους κελαηδούν χαρούμενα πουλάκια. Ο παγωμένος αέρας του χειμώνα, γίνεται δροσερό αεράκι και η αγριεμένη θάλασσα ησυχάζει.

Την εποχή αυτή οι άνθρωποι ετοιμάζονται για τη μεγάλη γιορτή της χριστιανοσύνης, το Πάσχα. Τη μεγάλη βδομάδα πηγαίνουμε στην εκκλησία, για να παρακολουθήσουμε τη λειτουργία του Μυστικού Δείπνου, των Παθών και της Σταύρωσης του Χριστού. Όλοι νηστεύουμε και οι νοικοκυρές καθαρίζουν τα σπίτια, ζυμώνουν ψωμιά και φλαούνες. Το Πάσχα γιορτάζουμε την Ανάσταση του Χριστού μας.

Η διπλή γιορτή της άνοιξης είναι η 25η Μαρτίου, κατά την οποία γιορτάζει η Παναγία και η Ελλάδα.

Την άνοιξη οι άνθρωποι είναι χαρούμενοι και γελαστοί και τα παιδιά τρέχουν στους κάμπους και στα λιβάδια !

Οδυσσέας Ελύτης: Την Άνοιξη αν δεν τη βρεις, τη φτιάχνεις – 

17 σπουδαία λόγια για εκείνη που έχουν χυθεί τόνοι μελάνης, την Άνοιξη.

Άνοιξη… η ζητούμενη εποχή του χρόνου, για την οποία έχουν χυθεί τόνοι μελάνης !

Αστρονομικά ξεκινά με την εαρινή ισημερία κατά τις 21 Μαρτίου στο Βόρειο ημισφαίριο, περιλαμβάνει τους μήνες Μάρτιο, Απρίλιο, Μάιο και τελειώνει στις 21 Ιουνίου με το θερινό ηλιοστάσιο. Η πραγματική «άνοιξη» ωστόσο, αυτή που ο καθένας μας κρύβει μέσα του, έρχεται όταν είμαστε έτοιμοι να τή βιώσουμε. Για κάποιους, μπορεί να καθυστερήσει ο ερχομός της. Όταν όμως έρθει, όλα είναι τόσο διαφορετικά, τόσο υπέροχα ! Ποιητές, συγγραφείς εμπνεύστηκαν πολλές φορές από «εκείνη» !

Συγκέντρωσα 17 λόγια σπουδαίων ανθρώπων για την Άνοιξη και σάς τά παραθέτω:

«Απροετοίμαστη κι η άνοιξη. Σε κάθε της βήμα κοντοστέκεται, σαστίζει και σωπαίνει» – Γιάννης Ρίτσος

«Μπορείς να κόψεις όλα τα λουλούδια, αλλά δεν μπορείς να εμποδίσεις την Άνοιξη να` ρθει» – Pablo Neruda

«Την Άνοιξη,αν δεν τή βρεις, τή φτιάχνεις» – Οδυσσέας Ελύτης

Η άνοιξη είναι ο τρόπος του θεού να πει: «πάμε άλλη μια φορά» – Robert Orben

«Άνοιξη είναι η παιδική ηλικία του έτους» – Alfred Tennyson

«Η μέρα που ο Θεός δημιούργησε την ελπίδα ήταν πιθανότατα η ίδια μέρα που δημιούργησε την Άνοιξη» – Bernard Williams

«Αν το δέντρο δεν είχε ανθοφορία την άνοιξη, μάταια θα ψάχνεις για καρπούς το φθινόπωρο» – Sir Walter Scott

«Το φθινόπωρο είναι μια δεύτερη άνοιξη, όπου κάθε φύλλο είναι ένα λουλούδι» – Albert Camus

«Αν δεν είχαμε χειμώνα, η άνοιξη δεν θα ήταν τόσο ευχάριστη. Αν κάπου – κάπου δεν είχαμε δυσκολίες, η ευημερία δεν θα μάς φαινόταν τόσο καλοδεχούμενη» – Anne Bradstreet

«Κείνο που σού προσάπτουνε τα χελιδόνια είναι η άνοιξη, που δεν έφερες» – Οδυσσέας Ελύτης

«Κύριε, όλα από σένα ξεκινούν. Κι όλα σε σένα θα ‹ρθουν να τελειώσουν. Κι η άνοιξη δεν είναι παρά η νοσταλγία σου για κείνες τις λίγες ώρες, που έζησες στη γη» –  Τάσος Λειβαδίτης

«Άνοιξη η γειτονιά, κ` η μέρα ζωγραφιά !

Πολύ ήταν να αξιωθώ παρόμοιαν ομορφιά,

τριαντάφυλλο το στόμα μου τριανταφυλλί

Τα άνθια τα αμαρτωλά στο στόμα να φιλή» – Τέλλος Άγρας

«Είναι ξανά άνοιξη. Η γη είναι σαν ένα παιδί που απαγγέλλει ποιήματα από μνήμης» – Ράινερ Μαρία Ρίλκε

«Αν ο χειμώνας έρχεται, πόσο μπορεί να απέχει η άνοιξη;» – Πέρσι Σέλεϊ

«Η άνοιξη είναι η εποχή για σχέδια και πλάνα» – Λέων Τολστόι, Άννα Καρένινα

«Όταν ερχόταν η άνοιξη, ακόμα και αν δεν ήταν ακόμα πραγματική, το μόνο ζήτημα που είχε σημασία ήταν που θα είναι κανείς πιο χαρούμενος. Η μοναδική καταστροφή ήταν οι άνθρωποι και, αν μπορούσες να τούς αποφύγεις, οι δυνατότητες ήταν απεριόριστες. Οι άνθρωποι ήταν πάντα αυτοί που έθεταν τα όρια στη χαρά με την εξαίρεση λίγων, που ήταν τόσο ευχάριστοι – όσο και η άνοιξη» – Έρνεστ Χέμινγουεϊ, Μια κινητή γιορτή.

www.klik.gr

Διαβάστε Επίσης

O Πούτιν χορεύει στο γάμο της Αυστριακής ΥΠΕΞ !

… Υπό τους ήχους μιας χορωδίας Κοζάκων !